Τρίτη, 31 Μαρτίου 2015

Η αγωνία εκατοντάδων χιλιάδων μαθητών “απέναντι” στην προχειρότητα του Υπουργείου Παιδείας

Του Νίκου Τσούλια
Η αδιαφορία που επιδεικνύει η νέα ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας απέναντι στα προβλήματα της εκπαίδευσης έχει καταδειχτεί από τις πρώτες ημέρες της θητείας της. Κανένα ουσιαστικό ιδεολογικό στίγμα, καμιά πολιτική πρόταση, κανένα σχέδιο για την εκπαίδευση δεν υπάρχει. Το μόνο που υπάρχει και περισσεύει είναι λόγια, λόγια, λόγια… Ακόμα και στα λειτουργικά ζητήματα, που δεν έχουν οικονομικό κόστος αλλά απαιτούν απλή διαχείριση, το Υπουργείο Παιδείας «απουσιάζει».
Και δεν αρκεί αυτή η στάση. Πέραν των ενδογενών προβλημάτων του σχολείου, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ πρόσθεσε και τις δικές της αδυναμίες. Μεταξύ δε αυτών είναι η κατάργηση του συστήματος πρόσβασης των μαθητών για την τριτοβάθμια εκπαίδευση που βρισκόταν σε εφαρμογή, χωρίς να έχει κατατεθεί ένα σύστημα που να το αντικαθιστά.
Είναι απορίας άξιον. Είναι δυνατόν ένα κόμμα που θεωρούσε προεκλογικά ότι θα αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας να μην έχει κανένα συγκεκριμένο σχέδιο για την εκπαίδευση αλλά ούτε και μια πρόταση για το πώς θα εισάγονται οι υποψήφιοι στα πανεπιστήμια και στα Τ.Ε.Ι; Είναι δυνατόν να ασχολούνται ξανά και ξανά με τα «πειραματικά» και τα «πρότυπα» σχολεία και με τους αιώνιους φοιτητές και με τις βαρύγδουπες κάθε φορά δηλώσεις επί παντός θεωρητικού ζητήματος και στα ζέοντα θέματα που απασχολούν την ελληνική κοινωνία να μην παίρνουν αποφάσεις; Και εδώ δεν είναι ο τομέας της οικονομίας που έχει τα γνωστά σοβαρά προβλήματα. Το προϋπάρχον σύστημα ήταν καθ’ όλα γνωστό σε κάθε πολίτη. Δεν είχαν ούτε ένα πρόχειρο σχεδίασμα; Δεν ξέρουν ότι οι μαθητές της Β΄ τάξης λυκείου έπρεπε να γνωρίζουν από «χθες» το σύστημα με το οποίο θα δώσουν πανελλαδικές εξετάσεις; Όλοι στη χώρα μας ξέρουν ότι οι μαθητές αυτής της τάξης προετοιμάζονται απ’ αυτή τη χρονιά για τις εξετάσεις της επόμενης τάξης που οδηγούν στα ιδρύματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Είναι μια πρακτική δεκάδων χρόνων. Σήμερα για πρώτη φορά στη μεταπολίτευση υπάρχουν δεκάδες χιλιάδες μαθητές / μαθήτριες που δεν γνωρίζουν ούτε ποια θα είναι τα εξεταζόμενα μαθήματα αλλά ούτε και τα «πεδία» μέσω των οποίων θα κάνουν τις επιλογές τους ένα μόλις χρόνο πριν τις κρίσιμες εξετάσεις τους.
 Ήδη βρισκόμαστε στον προτελευταίο μήνα της διδακτικής χρονιάς, σε λίγες εβδομάδες λήγει η διδασκαλία στα λύκεια και η ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας το μόνο που κάνει είναι να διαρρέει διάφορες ιδέες της στα Μέσα Ενημέρωσης επιτείνοντας τη σύγχυση και τον εκνευρισμό σε μαθητές και εκπαιδευτικούς. Η περίφημη πρόταση για «ελεύθερη πρόσβαση» που την αναμασάει ο «ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ» παλιότερα και ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. σήμερα είναι ένα φάντασμα, άλλο ένα ιδεολογικό αριστερίστικο φληνάφημα φτηνού λαϊκισμού. Όσοι παρακολουθούν τα εκπαιδευτικά πράγματα της χώρας μας γνωρίζουν πολύ καλά ότι το κόμμα αυτό ποτέ μα ποτέ δεν είχε αναφέρει κάτι συγκεκριμένο για την περίφημη θέση του περί «ελεύθερης πρόσβασης» και δεν ξαφνιάζονται για την προχειρότητα και τη δημαγωγία. Αλλά επειδή οι ιθύνοντες αυτού του πολιτικού χώρου θα ισχυριστούν ότι η «ελεύθερη πρόσβαση» είναι σύστημα στρατηγικής του απώτερου μέλλοντος – δηλαδή του ποτέ…-, θα περιμέναμε να έχουν ένα μεταβατικό σχήμα, όπως λέγεται σ’ αυτές τις περιπτώσεις ή αν δεν είχαν όφειλαν να αφήσουν το προϋπάρχον.
 Κι όμως δεν υπάρχει τίποτα, παρά μόνο «ράβε – ξήλωνε», ο ένας προτείνει την «άλφα» σύνθεση μαθημάτων και ο άλλος τη «βήτα», η μια επαγγελματική ομάδα / συντεχνία επηρεάζει προς αυτή την κατεύθυνση και η άλλη προς την αντίθετή της και οι κουβέντες συνεχίζονται ξανά και ξανά και οι αποφάσεις δεν φαίνονται πουθενά! Το πιο παράξενο σ’ αυτή την παράξενη ιστορία είναι ότι οι παλινδρομήσεις και το «λέγε – ξελέγε» αφορά και τους δύο Υπουργούς μας. Ας δούμε ένα σχετικό ρεπορτάζ από την εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» (22.3.2015). «Περισσότερα από τρία σχέδια κυκλοφορούν τις τελευταίες ημέρες μέσω εντύπων και ιστοσελίδων, αλλά πριν από λίγες ημέρες ο υπουργός Παιδείας κ. Α. Μπαλτάς δήλωσε στο «Βήμα» ότι ένιωσε και ο ίδιος έκπληξη που τα είδε. Ένα κείμενο με τις βασικές αλλαγές του νέου συστήματος ήταν έτοιμο για να δοθεί στη δημοσιότητα μερικές ημέρες πριν και ενώ ο υπουργός απουσίαζε στο Παρίσι. Ακυρώθηκε ωστόσο διότι ο υπουργός επιθυμεί να μελετήσει το τι σχεδίασε ο αναπληρωτής του κ. Τ. Κουράκης και οι συνεργάτες του που έχουν αναλάβει τον τομέα της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης».

Από τα διάφορα σχέδια που δημοσιοποιούνται κατά καιρούς διαφαίνεται ότι το όλο σύστημα δεν θα έχει εσωτερική ισορροπία, θα έχει εκτρωματικές όψεις, θα έχει εύκολους και δύσκολους δρόμους για την ίδια πανεπιστημιακή Σχολή, θα είναι μίγμα λαϊκισμού και προχειρότητας. Όμως, καμιά κυβέρνηση και κανένα Υπουργείο Παιδείας δεν μπορούν να παίζουν με τη φερεγγυότητα αυτού του θεσμού. Γιατί είναι θεσμός με μέγιστο κοινωνικό ενδιαφέρον που αφορά την επαγγελματική αλλά και την κοινωνική εξέλιξη εκατοντάδων χιλιάδων νέων. Αλλά τουλάχιστον να ξέρουν ότι την προχειρότητα και τη δημαγωγία θα τη βρουν μπροστά τους…

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2015

Έφυγε για τη γειτονιά των αγγέλων η Ακακία Κορδόση

Η Ακακία Κορδόση έφυγε από κοντά μας και ταξιδεύει πλέον για την γειτονιά των αγγέλων.

Η εξόδιος ακολουθία, θα γίνει το Σάββατο 28 Μαρτίου στις 12 το μεσημέρι στον Ιερό Ναό Αγίου Παντελεήμονος Μεσολογγίου.

Η Ακακία Κορδόση γεννήθηκε στο Μεσολόγγι. Σπούδασε κλασική Γαλλική Φιλολογία στην Ελλάδα και μοντέρνα φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Ντιζόν, στη Γαλλία. Υπηρέτησε στη Μέση Εκπαίδευση ως καθηγήτρια. Με τα γράμματα ασχολείται από το 1967. Έχει γράψει μυθιστορήματα, νουβέλες, διηγήματα, δοκίμια και μελέτες.
Το 1979 βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών για γλωσσική μελέτη της και το 1991 της απονεμήθηκε από την Ακαδημία της Γαλλίας το Μέγα Βραβείο των Γαλλικών Γραμμάτων τιμή που έγινε για πρώτη φορά σε Έλληνα συγγραφέα- για τη συλλογή διηγημάτων της με τον τίτλο Δεκατρείς φωνές της σιωπής, που είχε κυκλοφορήσει στη Γαλλία.
Η Ακακία Κορδόση έχει μεταφράσει για γνωστούς εκδοτικούς οίκους (Καστανιώτη, Ζαχαρόπουλο, Κάκτο) κλασσικά έργα Γάλλων συγγραφέων καθώς και την Ιστορία της Πολιορκίας του Μεσολογγίου, του Αύγουστου Φαμπρ. Έχει δημοσιεύσει πλήθος χρονογραφήματα και άρθρα σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά και έχει κάνει πολλές εκπομπές στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.
Είναι ιδρύτρια της Κινηματογραφικής Λέσχης Μεσολογγίου, πρόεδρός της επί 10 χρόνια και μόνιμο μέλος του Δ. Σ. του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Μεσολογγίου. Είναι μέλος του διεθνούς Κολεγίου μεταφραστών λογοτεχνίας, του Διεθνούς Οργανισμού Θεατρικής Έρευνας και του Πανελλήνιου Συνδέσμου για τα Δικαιώματα της Γυναίκας. Έχει λάβει μέρος σε δεκάδες συνέδρια στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό όπως και στο Παγκόσμιο Συνέδριο Ευρωπαϊκού Θεάτρου του οποίου ήταν εισηγήτρια.
Της έχουν απονεμηθεί πολλά μετάλλια και τιμητικές διακρίσεις, μεταξύ των οποίων και το χρυσό μετάλλιο της Ιερής Πόλης του Μεσολογγίου.
Το 2001 η Ακακία Κορδόση επελέγη, μαζί με άλλους 45 Έλληνες συγγραφείς να εκπροσωπήσει τη χώρα στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Φρανκφούρτης, όπου τιμώμενη χώρα ήταν η Ελλάδα.
Έργα της:
Γκρίζες μέρες (Νουβέλες - Διηγήματα), 1973. Αναλογίες (Δοκίμια) 1974. Ένας άνθρωπος που λεγόταν Μπάϋρον (Θεατρικό) 1974. Μιλήστε μεσολογγίτικα (Γλωσσική μελέτη - Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών), Δ΄ έκδοση, εκδόσεις Ασημακόπουλος 1998. Ποιος αν φώναζα (Νουβέλες - Διηγήματα) Εκδόσεις Α.Σ.Ε., 1987. Τάσος Μαντάς (Μελέτη) 1990. Δεκατρείς φωνές της σιωπής (Νουβέλες Διηγήματα, Μέγα Βραβείο της Ακαδημίας της Γαλλίας) εκδόσεις Φιλιππότη 1992, εκδόσεις ’γκυρα 2000. Ο εμπρησμός (Μυθιστόρημα) εκδόσεις Φιλιππότη 1992, εκδόσεις ’γκυρα 2000. Οι γερανοί (Νουβέλες - Διηγήματα) εκδόσεις Φιλιππότη 1993. Το διπλό ταξίδι (Μυθιστόρημα) εκδόσεις Φιλιππότη 1994. Τα νοερά καλοκαίρια (Μυθιστόρημα) εκδόσεις Λιβάνη 1995. Σαν μουσική τη νύχτα (Μυθιστόρημα) εκδόσεις ’γκυρα 1997, 1998. Τα χαμένα βήματα του αυτοκράτορα (Νουβέλες - Διηγήματα), εκδόσεις ’γκυρα 1999. Γνωρίστε το Μεσολόγγι (Ιστορική ξενάγηση), εκδόσεις Ασημακόπουλος 1999. Ο μυστικός κόσμος του καθηγητή Αναγνώστου (Διηγήματα), εκδόσεις ’γκυρα 2001. Το Μεσολόγγι της ομορφιάς και του πνεύματος (Μελέτες - Δοκίμια), εκδόσεις Ασημακόπουλος 2001. Σενάριο ντοκυμανταίρ για τον Μάγερ, ΝΕΤ Απρίλιος 1984, σκηνοθεσία Γ. Δάμπαση.

Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2015

Αλέξης Τσίπρας: Στους δρόμους βγαίνουμε για να περπατήσουμε ή να διαδηλώσουμε. Όχι για να παρελαύνουμε

Στη σελίδα που διατηρεί ο πρωθυπουργός της «πρώτης φοράς αριστεράς» στο Facebook (https://www.facebook.com/tsiprasalexis/) στις 24 Οκτωβρίου του 2011, έγραφε:
«στους δρόμους βγαίνουμε για να περπατήσουμε ή να διαδηλώσουμε. Όχι για να παρελαύνουμε».
Τότε βέβαια οι παρελάσεις ήταν κατάλοιπο της δικτατορίας του Μεταξά, είχαμε άλλο Πρόεδρο Δημοκρατίας, είχαμε μπαχαλάκηδες, γιαουρτώματα και ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν στο 3%.
Τώρα έχουμε «Αριστερό» Πρωθυπουργό, «αντιμνημονιακό» υπουργό Άμυνας και … θεσμούς!

Θέλω ν’ αγιάσω κι ο διάβολος δεν μ’ αφήνει (λαϊκή Παροιμία). 
Δεν υποχωρούμε, απλώς προχωρούμε προς άλλη κατεύθυνση (Oliver P. Smith, Αμερικανός στρατηγός στον πόλεμο της Κορέας).

Άντε και του χρόνου με χορούς στο ... "Καλλιμάρμαρο"

Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2015

Πού είναι το “αντιμνημονιακό στρατόπεδο”;

Πού χάθηκε και πήγε; 
Του Νίκου Τσούλια     
Κατά τη γνώμη μου το ερώτημα που τίθεται δεν είναι καθόλου ετεροχρονισμένο ούτε ανεπίκαιρο. Αποτελεί μια απόπειρα συζήτησης σε μια ορθολογική βάση ενός θέματος με ιστορική σημασία για τη χώρα μας. Ωστόσο, δεν πρόκειται μόνο για την οριοθέτηση ενός αξιόλογου πολιτικού γεγονότος αλλά – και το πιο σημαντικό – για τον τρόπο σκέψης μας και για τον τρόπο λειτουργίας του πολιτικού και κομματικού μας συστήματος.
      Στην υπόθεση των Μνημονίων μετασχηματίστηκε η άσκηση της παραδοσιακής πολιτικής και τροποποιήθηκε ο παραδοσιακός κομματικός άξονας «συντήρησης – προόδου», αρκεί να σκεφτούμε την τοποθέτηση των κομμάτων στο θέμα αυτό. Ας σκεφτούμε όσο μπορούμε απλά, με ερωτήματα για να τεθεί η πραγματική βάση του ζητήματος των Μνημονίων. Τα Μνημόνια – θεωρούμενα απλουστευτικά και πάντως επί της ουσίας τους – περιλαμβάνουν δύο κύριες όψεις, τον αναγκαστικό δανεισμό της χώρας μας αφενός και την εξαρτημένη και περιοριστική οικονομική πολιτική της αφετέρου.
      Ας πάρουμε τον αυτοπροσδιορισμό των Ελλήνων σ’ αυτό το ζήτημα, γιατί είναι αυτό το στοιχείο που καθόρισε κυρίως τις πολιτικές εξελίξεις, αφού το γνωστό σχήμα «αριστερά – δεξιά» είχε και έχει ακόμα μετασχηματιστεί. Ένας πολίτης που ψήφιζε «Μνημονιακό» κόμμα ήθελε την περιοριστική οικονομική πολιτική, ενώ αυτός που ψήφιζε «αντιμνημονιακό» κόμμα δεν την ήθελε αλλά ήθελε τον αναγκαίο δανεισμό; Και έτι περαιτέρω, μπορούσε η Ελλάδα να μην δανειστεί χρήματα ή με τον δανεισμό της θα ήταν αυτή που κυρίως θα επέβαλε τους όρους της; Τα ερωτήματα αυτά δεν προβλημάτισαν τα «αντιμνημονιακά» κόμματα ούτε και τους πολίτες. Το ρεύμα της κοινωνίας ήταν πάντα «αντιμνημονιακό» αλλά χωρίς νόημα και αξία, αφού ήταν μια απλή επινόηση. Έτσι το μόνο κόμμα που ήταν «μνημονιακό» καθ’ όλη τη διάρκεια της κρίσης ήταν το ΠΑ.ΣΟ.Κ., στη συνέχεια προστέθηκε η Ν.Δ. και ο «ΛΑ.Ο.Σ» και σήμερα προσχώρησαν ο «ΣΥ.ΡΙΖ.Α.» και οι «ΑΝ.ΕΛ.». Πού είναι λοιπόν σήμερα το περιβόητο αντιμνημονιακό στρατόπεδο; Πουθενά, γιατί ποτέ δεν υπήρξε! Ήταν μια δημαγωγική επινόηση των κομμάτων: Ν.Δ., ΣΥ.ΡΙΖ.Α, ΑΝ.ΕΛ. αλλά και μια παραμυθία που την αποδέχτηκε πρόθυμα το μεγάλο μέρος του λαού μας! Το μόνο κόμμα που είχε και έχει αντιμνημονιακή πολιτική είναι το Κ.Κ.Ε., το οποίο όμως κινείται σε απόλυτα αντικαπιταλιστική κατεύθυνση και παράλληλα αποδέχεται ότι σήμερα η ευδοκίμηση της πολιτικής του είναι από πολύ δύσκολη έως αδύνατη, γιατί απλά δεν υπάρχουν ευνοϊκοί συσχετισμοί στο παραγωγικό και οικονομικό και πολιτικό πεδίο της Ευρώπης και πέραν αυτής.
      Μας πήρε πέντε χρόνια – αν έχει βέβαια ήδη συμβεί και αυτό – για να κατανοήσουμε ότι ο δανεισμός της χώρας μας μαζί με τα συνοδευτικά του στοιχεία – όρους και δεσμεύσεις -, όπως και να λέγεται, είναι υπαρκτός και δεν αντιμετωπίζεται με έναν δήθεν νόμο. Υπήρξε στη χώρα μας όλη αυτή την περίοδο μια πλασματική πόλωση στον άξονα «Μνημόνιο – Αντιμνημόνιο» και ένα δήθεν αντιμνημονιακό ρεύμα, που ήταν και τα δύο φοβερά λαϊκίστικες κατασκευές. Και το φοβερό είναι ότι στο στρατόπεδο των «αντιμνημονιακών» δυνάμεων – που υποτίθεται ότι ήταν και το πεδίο της προόδου – συνασπίζονταν το ακροδεξιό κόμμα των ΑΝ.ΕΛ. και η φασιστική οργάνωση «Χρυσή Αυγή», ενώ στο απέναντι στρατόπεδο υπήρχε αρχικά μόνο του το ΠΑ.ΣΟ.Κ.! Τώρα βέβαια που εκτός από το ΠΑΣΟΚ προσχώρησε στο …αντίπαλο μέρος και η Ν.Δ. και ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ομού με την παρέα του, τους ΑΝ.ΕΛ., αρχίζουμε να κατανοούμε τη μεγάλη πολιτική εξαπάτηση. Οι άνθρωποι έχασαν κυριολεκτικά την όποια δυνατότητα ορθολογικής σκέψης είχαν και προσχώρησαν σε μια αγελαία μαζοποίηση, που χειραγώγησε πλήρως τη σκέψη τους και που τελικά οδήγησε σε απόλυτη συντριβή τη συλλογική επινοημένη φαντασίωση. Συνέβη μάλιστα και τα εξής εντυπωσιακό στοιχείο. Την ώρα που η «αντιμνημονιακή κυβέρνηση» ΣΥ.ΡΙΖ.Α. – ΑΝ.ΕΛ. υπέγραφε την παράταση του Μνημονίου, στο Σύνταγμα και σε κάποιες άλλες πλατείες οι ψηφοφόροι τους διαδήλωναν για την επιτυχία της κυβέρνησης κατά του Μνημονίου! Αυτό πρέπει να είναι μοναδικό ιστορικό και πολιτικό φαινόμενο πλήρους σύγχυσης και ιδεολογικής ανοησίας που συνέβη ποτέ!

      Και τώρα τι; Τρία είναι κατά τη γνώμη μου τα ουσιώδη ζητήματα που πρέπει να αποτελέσουν τη βάση για την άσκηση μιας πολιτικής υπέρβασης της κρίσης. α) Το βασικό ερώτημα και δίλημμα που ετίθετο από την αρχή και παραμένει κυρίαρχο τώρα και εφεξής είναι αν η Ελλάδα θα βρίσκεται εντός της ευρωζώνης ή θα αποχωρήσει. Η χώρα μας έχει εθνικό χρέος να εντείνει τις προσπάθειές της για μια ευρωπαϊκή στρατηγική με πλήρη οικονομική και πολιτική ενοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. β) Η αποδοχή της πραγματικής οικονομικής πολιτικής που είναι εντός των Μνημονίων διαλύοντας τις νεομυθολογίες εκείνων που επιμένουν να είναι κατασκηνωμένοι εντός του ανύπαρκτου «αντιμνημονιακού» στρατοπέδου. γ) Η δημιουργία κυβέρνησης εθνικής συνεργασίας, για να ενισχυθεί η διαπραγματευτική δυνατότητα της χώρας και για να επιτευχθεί η μέγιστη δυνατή κοινωνική συναίνεση.

Τρίτη, 17 Μαρτίου 2015

Π. Καμμένος. Έχουν αρχίσει και του μοιάζουν

Του Ανδρέα Πετρουλάκη
H συμμετοχή του κ. Καρατζαφέρη στην κυβέρνηση Παπαδήμου ήταν κάρφος στο μάτι των κομμάτων που τη στήριξαν. Ουδέποτε ξέπλυναν την ντροπή εκείνη, κυρίως το ΠΑΣΟΚ, αλλά και η ΔΗΜΑΡ αργότερα, που υποχρεώθηκε να συγκυβερνήσει με τον γνωστού φιλοχουντικού και τραμπούκικου παρελθόντος κ. Βορίδη. Όπως ήταν φυσικό όλοι οι αριστεροί αναλυτές, δημοσιογράφοι και πολιτικοί, επί μία τριετία άρχιζαν και τέλειωναν κάθε σκέψη τους με την αναφορά στο όνειδος αυτό. Και δικαίως. Το κόμμα του κ. Καρατζαφέρη ήταν ένα τυπικό ακροδεξιό εθνολαϊκίστικο κόμμα που οι θέσεις του για το μεταναστευτικό, τα εθνικά θέματα, τα θέματα της κοινωνίας και τον ρόλο της εκκλησίας, λογικά θα έκαναν κάθε αριστερό να ανατριχιάζει.

Ο κ. Καμένος και το δικό του κόμμα έχουν ακριβώς τα ίδια χαρακτηριστικά. Είναι βγαλμένος από την ίδια μήτρας της έξαλλης εθνολαϊκίστικης ακροδεξιάς με κάπως πιο εμπλουτισμένο ρεπερτόριο με αεροψεκασμούς, υδατάνθρακες και οπερετικές αλληλοδωροδοκίες σε μοντάζ Λαζόπουλου. Επιπλέον, ο ίδιος ο αρχηγός, παρά το φλογερό ταμπεραμέντο του δεν έχει δώσει επαρκείς εξηγήσεις για τις οff shore εταιρείες και το αδήλωτο κότερο που του καταλογίζουν. Θα περίμενε λοιπόν εύλογα κανείς, όλοι οι αριστεροί δημοσιολόγοι να υποδέχονταν με την ίδια φρίκη τη συμμετοχή του κόμματος των ΑΝΕΛ στην Κυβέρνηση, και μάλιστα της πρώτη φορά αριστεράς, όπως είχε συμβεί και με το ΛΑΟΣ. Αμ δε. Άκρα του τάφου σιωπή. Όσο ακούγαμε τρία χρόνια για τον διορισμό του κ. Βορίδη από τον Παπαδόπουλο, άλλο τόσο δεν ακούσαμε τώρα για τους λόγους και τα βιβλία που έγραφε ο Γεωργαλάς για τον κ. Καμμένο. Ούτε καν από εκείνους τους πιστούς στον Ανδρέα παλιούς Πασόκους, τώρα ΣΥΡΙΖΑ - λησμόνησαν ότι του είχε αφιερώσει το πρώτο του βιβλίο δείχνοντάς τον ως αρχηγό της 17 Νοέμβρη.

Ο κομματικός πατριωτισμός, δυσάρεστη έκπληξη κυρίως για τους ανεξάρτητους δημοσιογράφους, και η παράνοια του αντιμνημονιακού μετώπου, έχει μέχρι στιγμής βυθίσει σε βαθιά σιωπή τους πάλαι ποτέ αδέκαστους τιμητές της ακροδεξιάς. Και αυτό είναι το λιγότερο. Ενώ ο κ. Καρατζαφέρης αρκείτο στον ανώδυνο ρόλο του τηλεοπτικού κονφερασιέ της κυβέρνησης εκείνης, ο κ. Καμμένος σέρνει το χορό στην παραχάραξη της αριστερής φυσιογνωμίας της τωρινής. Ποτέ άλλοτε δεν θυμάμαι τόσο άμεσα να έχει επαληθευθεί η αθάνατη ρήση του Χατζηδάκι «όταν το πρόσωπο του τέρατος δεν σε τρομάζει έχεις αρχίσει να του μοιάζεις». Δυστυχώς, για όλους μας, έχουν αρχίσει να του μοιάζουν.

Το κόμμα που ήταν κατά των παρελάσεων και ξιφουλκούσε κατά του κ. Αβραμόπουλου που τις επανέφερε είναι έτοιμο να διοργανώσει ένα εθνικολαϊκό φουστανελοκίτς τερατούργημα χουντικών προδιαγραφών στο Σύνταγμα, ανήμερα της 25ης Μαρτίου. Η  Πολεμική Αρετή των Ελλήνων στο Καλλιμάρμαρο ξαναζεί και κανείς αριστερός πολιτικός ή δημοσιογράφος δεν άρθρωσε αντίρρηση.

Η πρώτη φορά αριστερή Πρόεδρος της Βουλής επισκέπτεται το Πεντάγωνο και επιθεωρεί με ύφος στρατάρχη άγημα παρέα με τον υπουργό -τι δουλειά έχει ένας Πρόεδρος της Βουλής εκεί πέρα; Ποια ακριβώς ήταν η σκοπιμότητα να ενημερωθεί για το αξιόμαχο των ενόπλων δυνάμεων επί τόπου η άσχετη με το αντικείμενο πολιτειακή παράγων, πλην του τηλεοπτικού μιλιταριστικού ταρατατζούμ; Εδώ δεν περιμέναμε αντιδράσεις, η κ. Κωνσταντοπούλου είναι ιερό δισκοπότηρο της αριστερής δημοσιογραφίας.

Η πρώτη φορά αριστερή Περιφερειάρχης Αττικής πετά με τον φουσκωμένο σαν διάνο ένστολο υπουργό, με άψογο  στρατιωτικό στιλ και η ίδια- τι δουλειά έχει ένας Περιφερειάρχης σε αυτό το σόου; Ουδείς αριστερός αναρωτήθηκε.

Ο πρώτη φορά αριστερός αναπληρωτής υπουργός Εθνικής Άμυνας ετοιμάζει, για πρώτη φορά μετά τη Χούντα, σχέδιο εθνικής διαπαιδαγώγησης των μαθητών από τον στρατό -αρκετά είχαν αφεθεί τα παιδιά μας ανυπεράσπιστα  στο ανθελληνικό μένος της κ. Ρεπούση. Μούγκα η αριστερή ευαισθησία.


Τα φλογερά εθνικιστικά και αντιευρωπαϊκά  παραληρήματα του κ. Καμμένου αντανακλούν και χρεώνονται σε όλη την Κυβέρνηση- αυτός δεν κάθεται στα αυγά του σαν τον κ. Καρατζαφέρη. Άνοιξε βεντέτα με τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, έδωσε τον τόνο στην κήρυξη του ψυχρού πολέμου εναντίον της Γερμανίας- μια χαρά στρώνουμε το έδαφος για να πάμε να ζητήσουμε λεφτά, τη στιγμή που εκείνος απτόητος απολαμβάνει τον ρόλο του παίζοντας πόλεμο στο Αιγαίο με Απάτσι και φρεγάτες. Μέχρι και η τέως προστατευόμενή του κ. Ραχήλ Μακρή αναρωτήθηκε αν κάνει τίποτα άλλο εκτός από το να ξοδεύει τα λεφτά μας σε οπερέτες. Δυστυχώς κάνει. Την κυβέρνηση σαν τα μούτρα του.

ΤΙ ΜΟΥ ΕΙΠΕ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΤΟΧΙΚΟ ΔΑΝΕΙΟ Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ

Από: τον Φελνίκο
Ήταν Παρασκευή απόγευμα, 17 Νοεμβρίου 1995, όταν σχημάτιζα τον αριθμό τηλεφώνου της κατοικίας του τότε πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου. Ήθελα να μιλήσω μαζί του για ένα σοβαρό θέμα: το αναγκαστικό δάνειο που είχε συνάψει η Τράπεζα της Ελλάδος τον Μάρτιο του 1942 με το Γ΄ Ράιχ. Η εφημερίδα «Επενδυτής», την οποίαν διηύθυνα, είχε το προηγούμενο Σάββατο αποκαλύψει κατ’ αποκλειστικότητα ότι η ελληνική κυβέρνηση με ρηματική διακοίνωση ζητούσε από την ενωμένη Γερμανία του Χέλμουτ Κολ την επιστροφή του κατοχικού δανείου (38 εκατ. χρυσές λίρες),
το οποίο τότε υπολογιζόταν σε 17 δισ. δολάρια ή 4 τρισ. δραχμές με βάση την ισοτιμία δραχμής - δολαρίου εκείνη την εποχή. Θυμάμαι τις λεπτομέρειες του τηλεφωνήματος επειδή είχα το θλιβερό προνόμιο να είμαι ο τελευταίος δημοσιογράφος που μίλησε με τον Α. Παπανδρέου πριν εισαχθεί, δύο μέρες μετά, στο Ωνάσειο, που ουσιαστικά σήμανε το πολιτικό και βιολογικό τέλος του αείμνηστου ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ. Να σημειώσω εδώ ότι εκείνη την περίοδο ο Α. Παπανδρέου ήταν πολιτικά στριμωγμένος λόγω εσωκομματικής αμφισβήτησης από την «ομάδα των 4» (Σημίτης, Πάγκαλος, Β. Παπανδρέου, Παρ. Αυγερινός), σκανδάλων και σκανδαλώδους συμπεριφοράς της «αυλής» του, και ιδιαίτερα της συζύγου του Δήμητρας Λιάνη. Η σημείωση είναι απαραίτητη για να μεταφερθείτε στο κλίμα της εποχής και να μπορέσετε να κατανοήσετε στο σύνολό του το τότε κείμενό μου, το οποίο αναδημοσιεύεται αυτούσιο, καθώς -εκτός από ιστορική σημασία- μπορεί να εξηγήσει και τον σημερινό «θόρυβο» γύρω από το κατοχικό δάνειο και τις οφειλόμενες γερμανικές αποζημιώσεις.
Αποφασισμένος να διεκδικήσει από τη Γερμανία το αναγκαστικό κατοχικό δάνειο της Τραπέζης της Ελλάδος, ύψους περίπου 4 τρισ. δραχμών, είναι ο πρωθυπουργός, ακόμη και μετά την απόρριψη από το γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών της ρηματικής διακοίνωσης της κυβέρνησης.
Μάλιστα, με δήλωσή του στον «Ε» τονίζει τα εξής: «Το θέμα της επιστροφής του δανείου είναι πολύ σαφές. Δεν υπάρχει κάτι που να θέτει σε αμφισβήτηση τη διεκδίκησή του. Το διαχωρίζουμε από τις αποζημιώσεις, που είναι ευρύτερο και άλλης υφής ζήτημα. Η διεκδίκηση της επιστροφής του κατοχικού δανείου δεν πρέπει να σχετίζεται με τις καλές σχέσεις που έχουμε με τη Γερμανία. Δεν θέλουμε να δημιουργήσουμε προβλήματα σ’ αυτές τις σχέσεις, όμως το αίτημά μας είναι δίκαιο και θα επιμείνουμε σ’ αυτό».
Ο κ. Α. Παπανδρέου, όταν του ζήτησα να μου περιγράψει την προ τριακονταετίας συνάντηση που είχε με τον τότε καγκελάριο της Δυτικής Γερμανίας για το θέμα του δανείου, μου είπε: «Πήγα στη Βόννη το 1965 και συνάντησα τον καγκελάριο Λούντβιχ Έρχαρτ προκειμένου να του θέσω, όπως είχα την εντολή από το Υπουργικό Συμβούλιο της κυβέρνησης του πατέρα μου, Γ. Παπανδρέου, το θέμα των επανορθώσεων και της επιστροφής του δανείου.
Ο Έρχαρτ αναγνώρισε το δίκαιο των αιτημάτων μας, αλλά μου είπε ότι δεν μπορούσε να γίνει τίποτε έως ότου υπάρξει συμφωνία ειρήνης. Δεν συμφώνησε ακριβώς να μας επιστραφεί το δάνειο, αλλά αναγνώρισε σαφώς το δίκαιο της απαίτησής μας, την ικανοποίηση της οποίας παρέπεμψε όμως σε μέλλοντα χρόνο, μετά την υπογραφή συμφωνίας ειρήνης, αφού η Γερμανία τότε ήταν χωρισμένη σε Δυτική και Ανατολική.
Ο πρωθυπουργός, στη διάρκεια της συνομιλίας μας, αφού εξήρε τη στάση του «Ε» να κάνει πρωτοσέλιδο το θέμα του δανείου (ως γνωστόν, ο «Ε» πρώτος και κατ’ αποκλειστικότητα στο προηγούμενο φύλλο του, της 11ης Νοεμβρίου, αποκάλυψε ότι η κυβέρνηση επιδίδει ρηματική διακοίνωση στη Γερμανία με την οποία ζητείται η επιστροφή του κατοχικού δανείου ύψους 4 τρισ. δρχ.), εξέφρασε την πικρία του για τον τρόπο με τον οποίον αντιμετωπίζονται τόσο σημαντικά θέματα.
«Η πολιτική βουλιάζει στην παρακμή. Ασχολείται με τα μικρά, τα ευτελή και τα προσωπικά, αντί να επικεντρώνει το ενδιαφέρον, την ενασχόληση και τις προσπάθειές της στα μεγάλα και σημαντικά προβλήματα των πολιτών και της χώρας. Και το θέμα της επιστροφής του δανείου είναι σημαντικό και εθνικής σημασίας», είπε χαρακτηριστικά, στέλνοντας ένα μήνυμα με πολλούς αποδέκτες, και σίγουρα εκείνους που με πράξεις και δηλώσεις τους συντηρούν το κλίμα νοσηρότητας και παρακμής που επικρατεί το τελευταίο διάστημα.
Ο τρόπος αλλά κυρίως το ύφος με το οποίο ο κ. Α. Παπανδρέου μού διατύπωνε τις απόψεις του μου έκαναν πραγματικά εντύπωση. Μια σταγόνα πίκρας για τη μιζέρια της πολιτικής και μια σπίθα έξαψης για την ουσία του θέματος του δανείου.
Όσο τον άκουγα, η φωνή μου μπλεκόταν με τη σκέψη μου που ανέτρεχε σε όσα μου είχε πει στενός του συνεργάτης. «Με τον Ανδρέα μπορείς να συζητήσεις επί μακρόν θέματα στρατηγικής και μεγάλα -που αφορούν το σύνολο της χώρας- πολιτικά προβλήματα. Τα καθημερινά και τρέχοντα τον παγώνουν και τον κάνουν τυπικό και μάλλον απόμακρο συνομιλητή».
Ο συνεργάτης του πρωθυπουργού ίσως και να έχει δίκιο, όμως ποτέ δεν μου έχει δώσει πειστική απάντηση για την ευθύνη του κ. Α. Παπανδρέου στη σημερινή παρακμή και έκπτωση της πολιτικής. Ας είναι.
Και ας επανέλθω στη διεκδίκηση του κατοχικού δανείου, την πολιτική πτυχή της οποίας φιλοδοξεί να προσεγγίσει το παρόν σημείωμα. Κατ’ αρχάς η απόρριψη -και μάλιστα με χαρακτηριστικό «γερμανικό» τρόπο και ύφος- της ελληνικής νότας μάλλον πανικό δείχνει. Η κυβέρνηση του κ. Χ. Κολ γνωρίζει αρκούντως καλά ότι το αίτημα της κυβέρνησης του κ. Α. Παπανδρέου είναι μια «επιθετική» διπλωματική ενέργεια.
Οι Γερμανοί -και αν δεν το ξέρουν- εκτιμούν -και σωστά- ότι η Ελλάδα, θέτοντας επισήμως για πρώτη φορά ζήτημα επιστροφής του κατοχικού δανείου, στοχεύει σε πολύ περισσότερα από αυτή καθαυτή την επιστροφή του δανείου.
Θέλει να μετατρέψει το δάνειο σε «δοκό ισορροπίας» των ελληνογερμανικών σχέσεων. Αναβαθμίζεται εξ αντικειμένου στη διακρατική -και όχι μόνο- σχέση με τη Γερμανία. Μετατρέπεται από νάνος που τρώει κλωτσιές από τον γίγαντα σε εταίρο με τουλάχιστον λόγο και δικαιώματα.
Εφεξής υπάρχει ένα διαπραγματευτικό ατού που μπορεί να ανασύρεται και να αξιοποιείται. Το εύκολο και ίσως ευκταίο για τη γερμανική διπλωματία θα ήταν να επιστραφεί το δάνειο (μέρος ή όλο σε μετρητά ή με άλλους συμψηφισμούς, δεν έχει σημασία) και να «καθαρίσει» εφάπαξ με την Ελλάδα, στέλνοντάς τη στη θέση που ήταν.
Όμως αυτό θα άνοιγε τους «ασκούς του Αιόλου» και την όρεξη και των υπολοίπων κρατών που διεκδικούν αποζημιώσεις από τη Γερμανία.
Το καλύτερο για τους «βόρειους φίλους» μας θα ήταν να υπάρξει μυστική -όπως και με το Βέλγιο- διευθέτηση. Όμως αυτό θα ακύρωνε το διπλωματικό και πολιτικό όπλο της Ελλάδας και θα αποδείκνυε ότι η ενέργεια της ρηματικής διακοίνωσης έγινε χωρίς σχεδιασμό και στρατηγική προβολή στο σύνολο των εφαπτόμενων σχέσεων των δύο χωρών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τα Βαλκάνια και τη νοτιοανατολική λεκάνη της Μεσογείου.
«Το δίλημμα του φυλακισμένου», που φαίνεται να αντιμετωπίζει σ’ αυτή την περίπτωση η Γερμανία, δεν πρέπει όμως να παρασύρει την κυβέρνηση στην «αποκοτιά του υπερφίαλου». Τώρα οι τόνοι πρέπει να πέσουν.
Οι εντυπώσεις άλλωστε κερδήθηκαν, ενώ η Χάγη, αλλά και στην ακραία περίπτωση το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, πάντα υπάρχουν. Το βήμα έγινε και δεν μπορεί να μείνει μετέωρο λόγω των δημοσίων και «ιδιωτικών» απειλών παραγόντων της γερμανικής πλευράς «για τις εκκρεμότητες της Ελλάδος στην περιοχή της και στην Ευρώπη». Πρέπει να ολοκληρωθεί. Να πατήσουμε σταθερά, και όταν χρειαστεί, κάνουμε και το επόμενο.
Για την Iστορία σημειώνουμε ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου είναι ο μοναδικός πρωθυπουργός που έθεσε και επισήμως, με νότα, το θέμα της επιστροφής του κατοχικού δανείου.
Με εντολή του ο τότε υπουργός Εξωτερικών και σημερινός Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κάρ. Παπούλιας ετοίμασε ρηματική διακοίνωση, την οποίαν ανέλαβε να παραδώσει στο γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών ο τότε πρέσβης μας στη Γερμανία κ. Μπουρλογιάννης.
Η νότα απερρίφθη από τον τότε καγκελάριο Χέλμουτ Κολ και οι επόμενοι πρωθυπουργοί, Κ. Σημίτης και Κ. Καραμανλής, δεν ανακίνησαν εκ νέου το θέμα.
Σήμερα, και υπό τις παρούσες συνθήκες έντασης μεταξύ Ελλάδος και Γερμανίας λόγω της, μέχρι τούδε τουλάχιστον, αρνητικής στάσης των Γερμανών στο «ευρωπαϊκό σχέδιο σωτηρίας» της χώρας μας, είναι επίσης δύσκολο -αν όχι «αυτοκτονικό» πολιτικά- να τεθεί.
Αργότερα και σε λιγότερο ταραγμένους καιρούς θα μπορούσε η ελληνική κυβέρνηση να επαναφέρει το θέμα, ευελπιστώντας όχι ίσως στην καταβολή χρημάτων, αλλά στην ικανοποίηση του αιτήματος μέσω κάποιων άλλων μεθόδων.
Για παράδειγμα, θα μπορούσε ένα τμήμα του να συμψηφισθεί με την ανάληψη από τους Γερμανούς της υποχρέωσης να εκτελούν μεγάλα έργα στη χώρα μας, όπως ο εκσυγχρονισμός του σιδηροδρομικού δικτύου, τον οποίον όμως μάλλον αναλαμβάνουν οι Γάλλοι, η ενίσχυση της πολεμικής μας μηχανής, η αποπληρωμή μέρους του εξωτερικού μας χρέους, το οποίο ειδικά στη σημερινή δημοσιονομική συγκυρία θα ήταν «δώρο Θεού» κ.ά.
Για την Iστορία επίσης σημειώνουμε ότι πριν από τον Α. Παπανδρέου το θέμα είχε θέσει ο Αντ. Σαμαράς (υπουργός Εξωτερικών της Ν.Δ.) στις 18 Απριλίου 1991, υπό τύπον όμως προφορικού ερωτήματος στον τότε υπουργό Εξωτερικών της Γερμανίας κ. Γκένσερ, στη διάρκεια συνομιλιών στην Αθήνα, και εισέπραξε αρνητική απάντηση.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ιστορία του κατοχικού δανείου, καθώς και το ύψος στο οποίο υπολογίζεται σήμερα. Το 1942, και προκειμένου να ενισχυθεί ο Ρόμελ στις επιχειρήσεις του στην Αφρική, οι δυνάμεις κατοχής της ναζιστικής Γερμανίας πήραν από την Τράπεζα της Ελλάδος με αναγκαστικό δάνειο -που υπεγράφη στη Ρώμη στις 14 Μαρτίου 1942- 38 εκατ. χρυσές λίρες (άλλοι υπολογισμοί με βάση το δολάριο αναφέρουν απαίτηση 135,8 εκατ. δολαρίων ΗΠΑ έτους 1947).
Για πρώτη φορά ετέθη θέμα επιστροφής του δανείου στη διάσκεψη του Παρισιού (Δεκέμβριος 1945 - Ιανουάριος 1946) από το μέλος της ελληνικής αντιπροσωπείας καθηγητή Ιωάννη Σμπαρούνη.
Το δάνειο δεν επεστράφη ποτέ, αφού το 1953 με την υπογραφή της Συνθήκης του Λονδίνου η καταβολή των γερμανικών επανορθώσεων ανεβλήθη μέχρι να ρυθμιστεί οριστικά το λεγόμενο «γερμανικό ζήτημα» (η ενοποίηση, δηλαδή, των δύο Γερμανιών).
Η Ελλάδα, το 1964 και επί κυβερνήσεως Γ. Παπανδρέου, στέλνει στη Βόννη τον καθηγητή Άγγελο Αντωνόπουλο και το 1965 τον τότε υπουργό Συντονισμού Α. Παπανδρέου, προκειμένου να συζητήσουν τη διευθέτηση του προβλήματος. Ο τότε καγκελάριος Λούντβιχ Έρχαρτ απάντησε (όπως αποκάλυψε ο Α. Παπανδρέου στη Βουλή στις 28/5/1991) ότι «το δάνειο θα επιστραφεί μόλις κλείσει το θέμα της Γερμανίας.
Το Τείχος του Βερολίνου πέφτει, οι δύο Γερμανίες ενοποιούνται, αλλά η κυβέρνηση Κολ αρνείται τη νόμιμη ελληνική απαίτηση με το αιτιολογικό ότι «η συνθήκη των 4+2» (ΗΠΑ, Ρωσία, Γαλλία, Βρετανία + Δ. Γερμανία - Α. Γερμανία) που ενοποιεί τις δύο Γερμανίες δεν ισοδυναμεί με συνθήκη ειρήνης.
Οι δολιχοδρομίες των Γερμανών θεωρούνται όμως αστήρικτες από νομικής πλευράς, όπως έχουν αποφανθεί έγκυροι ειδικοί επιστήμονες. Το ύψος του δανείου που πρέπει σήμερα να επιστρέψει η Γερμανία θα χρειαστεί αρκετούς προϋπολογισμούς για να προσδιοριστεί.
Η εγκυρότερη εκδοχή πάντως θεωρείται αυτή του καθηγητή Α. Αγγελόπουλου, ο οποίος στις 5/3/1991 το εκτιμούσε στα 15 δισ. δολάρια. Με επιτόκιο 3% το 1995 ανερχόταν στα 16,8 δισ. δολάρια, δηλαδή περίπου 3,7 τρισ. δραχμές.
Δεν γνωρίζω πόσο μπορεί να αποτιμάται σήμερα, αφού έχουμε αλλαγή ισοτιμιών, ύπαρξη κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος (ευρώ), συχνές αλλαγές επιτοκίων, δεν είναι όμως και δύσκολο να βρεθεί εάν συσταθεί από κοινού μία ομάδα ειδικών προς τούτο.
Σίγουρα όμως δεν έχει δίκιο ο εκπρόσωπος του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών, αξιότιμος κύριος Αντρέας Πέσκε, όταν υποστηρίζει ότι η Γερμανία έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της έναντι της Ελλάδος.
Η αλήθεια είναι ότι το θέμα δεν έχει διευθετηθεί και εξακολουθεί να υφίσταται. Είναι διαφορετικό ζήτημα και λάθος τακτική να συσχετίζεται με τη σημερινή οικονομική και δημοσιονομική κρίση της χώρας ή να εντάσσεται στον «θόρυβο» των ημερών ως απάντηση στα αρνητικά δημοσιεύματα του γερμανικού Τύπου.
Το θέμα πρέπει εν ευθέτω χρόνω να επανεξεταστεί με νηφάλιο τρόπο και με δημιουργική προσέγγιση εκατέρωθεν ώστε να συμβάλει στην περαιτέρω ανάπτυξη των διμερών σχέσεων των δύο χωρών επ’ ωφελεία και των δύο εντός της ευρωπαϊκής οικογένειας.

Σάββατο, 14 Μαρτίου 2015

Ή με το κόμμα ή με τη χώρα

Μετά την κοινωνική αποσύνθεση, ή μάλλον παράλληλα με αυτή, εξελίσσεται και η πολιτική αποσύνθεση της χώρας κάτω από τη μέγκενη των μνημονίων.
Το ΠΑΣΟΚ εξεμέτρησε το ζην. Η Νέα Δημοκρατία είναι τόσο απονομιμοποιημένη, με ηγεσία τον Σαμαρά, ώστε δεν αποτελεί πλέον παρά σκιά αξιωματικής αντιπολίτευσης. Τέλος, ο Σύριζα, με το σάλτο μορτάλε προς την εξουσία, ανέλαβε να… εξοντώσει και τις δημοκρατικές αντιμνημονιακές δυνάμεις. Διότι είναι προφανές πως, από αυτή την περιπέτεια στην οποία μπήκε, και έβαλε και μας μαζί του, θα βγει κομματιασμένος και ανάπηρος. Το μνημόνιο θα εξοντώσει και την τρίτη πτέρυγα του «συνταγματικού τόξου».
Τι μένει λοιπόν, ή τι θα μείνει σε αυτή την περίπτωση; Το ΚΚΕ δεν δείχνει διατεθειμένο να διακινδυνεύσει στα μονοπάτια της εξουσίας, σοβαροί «ολιγάρχες» δεν υπάρχουν στη χώρα, και αρκούνται σε γηπεδικές ενασχολήσεις. Τι θα απομείνει άραγε εκτός από τη… Χρυσή Αυγή!; Αυτό εξάλλου είναι που προσάπτουμε κατ’ εξοχήν στο εγχείρημα του Τσίπρα και της ομάδας του: Ότι κινδυνεύουν να εξοντώσουν και το τελευταίο τμήμα του πολιτικού συστήματος, χωρίς να έχει αναδειχτεί κάποιος άλλος αξιόπιστος εναλλακτικός πολιτικός πόλος, ανοίγοντας τους ασκούς του Αιόλου για την περαιτέρω αποσύνθεση και υποβάθμιση της χώρας.
Και, δυστυχώς, με φαινόμενα τύπου Βαρουφάκη, Χριστοδουλοπούλου και Ζωής Κωνσταντοπούλου –η οποία διορίστηκε από το κόμμα της στη μόνη θέση που δεν έπρεπε σε καμία περίπτωση να αναλάβει–, η χώρα διολισθαίνει ακόμα περισσότερο στην αναξιοπιστία και τη Γ΄ Εθνική.
Έτσι, και το μόνο σοβαρό χαρτί το οποίο διαθέτουμε ακόμα, το γεωπολιτικό βάρος της χώρας, όταν δεν χρησιμοποιείται με σοβαρότητα, παρά την υπερκινητικότητα του υπουργείου Εξωτερικών, κινδυνεύει να μεταβληθεί και αυτό σε μπούμερανγκ.

Θα έχει λοιπόν το θάρρος και τη στρατηγική σκέψη ο Τσίπρας ώστε να βαδίσει ενάντια στο κόμμα του, για να θεραπεύσει έστω εν μέρει τη ζημιά που προκάλεσε; Διότι πλέον δεν του μένει τίποτε άλλο. Ή με τη χώρα του, πέρα και αν χρειαστεί και ενάντια στο κόμμα του, ή με το «βαθύ» κόμμα ενάντια στη χώρα, ανοίγοντας τους ασκούς του Αιόλου για νέες καταβυθίσεις.

Σάββατο, 7 Μαρτίου 2015

Θρησκεία και Εξουσία

(Η ‘ιερή’ διαπλοκή μεταξύ ιερατείου, οικονομικής και πολιτικής εξουσίας)
Γράφει ο Κώστας Λάμπος
«Εάν διά τoυ ψεύδoυς μoυ η αλήθεια τoυ Θεoύ κατεδείχθη μεγάλη
πρoς δόξαν τoυ, γιατί ακόμη κατακρίνoμαι ως αμαρτωλός;»,
Παύλος προς Ρωμαίους Επιστολή.
Όταν το ψέμα επισκιάζει και εκτοπίζει την αλήθεια και γίνεται το ίδιο η ‘αιώνια και μοναδική αλήθεια’, όταν οι σκοταδιστικοί μύθοι και οι εξουσιαστικές ιδεολογίες πλαστογραφούν την ιστορία και εκτοπίζουν τα πραγματικά γεγονότα, τις αυθεντικές εμπειρίες, τη Λογική και τη μνήμη των ανθρώπων, όταν η εξουσία στραγγαλίζει την επιστημονικά έγκυρη και κοινωνικά χρήσιμη γνώση και παρουσιάζει την επιστήμη-έρευνα-ανακάλυψη ως θρησκεία-πίστη-αποκάλυψη, όταν η υποκρισία εκτοπίζει την ευγένεια και την ειλικρίνεια και όταν το κάλπικο και το εικονικό εμφανίζονται ως γνήσιο και πραγματικό, τότε το σκοτάδι γίνεται το θαμπό φως της ‘αγίας άγνοιας’, η ‘θεία φώτιση’ που τυφλώνει. Τότε τα ανθρώπινα όντα γίνονται σκιές του εαυτού τους, ζωντανά εργαλεία που παράγουν πλούτο για τους δαμαστές τους και οι ζωές τους τείνουν να εξομοιωθούν με, ή να γίνουν και χειρότερες από, αυτές των ζώων εργασίας. Γίνονται κοπάδια οπαδών που αναπαράγουν άκριτα και σε βάρος τους μύθους με θεούς και δαίμονες, με σκοταδιστικές ανοησίες και εξουσιαστικές ιδεολογίες που τους καθιστούν εθελόδουλους, φονιάδες πολιτισμών και πολιτικούς αυτόχειρες. Από τότε που η βία των νικητών επέβαλε τη δουλεία και οι εξουσίες οργανώθηκαν σε κράτος και νομοθέτησαν την ατομική ιδιοκτησία πάνω στη γη και γενικά πάνω στα μέσα παραγωγής, οι σκοταδιστικοί μύθοι έγιναν σωτηριολογικές θρησκείες[1], οι οποίες, ως εξουσιαστικές ιδεολογίες, έγιναν εργαλεία εκφοβισμού και βίας, πειθαναγκασμού και υποταγής, αλλοτρίωσης και εξαθλίωσης των πιστών και εξουσιαζόμενων.
Είναι σε όλους μας γνωστό πως κανένας άνθρωπος δεν επέλεξε τη θρησκεία και την πίστη του, αλλά, με το που γεννιέται, του τη φυτεύουν στο κεφάλι, και την καλλιεργούν συστηματικά και σκόπιμα και από ιδιοτέλεια τα κατά τόπους υποκριτικά, σκοταδιστικά, εκμεταλλευτικά και εξουσιαστικά ιερατεία που καλλιεργούν την άγνοια και χρησιμοποιούν τον εξουσιαστικό Φόβο[2], μορφή του οποίου αποτελεί και ο λεγόμενος  ‘φόβος του θανάτου’, αλλά και κάθε μορφής βία για να επιβάλλουν θρησκεία και πίστη, χωρίς τις οποίες καμιά εξουσία δεν μπορεί να επιβληθεί. Γνωστό είναι επίσης ότι κανένας άνθρωπος δεν χρειάζεται σκοταδιστικούς μύθους και εξουσιαστικές ιδεολογίες, ψεύτικους θεούς που κρύβουν πραγματικά αφεντικά, μίσος και καταπίεση, βία, εξουσία και ψευδαισθήσεις για να ζήσει, να είναι δημιουργικός και ευτυχισμένος. Αντίθετα εκείνο που χρειάζεται είναι τροφή, στοργή, στέγη, ασφάλεια, αναγνώριση, ισονομία, ισοπολιτεία, ελευθερία, παιδεία και ίσες ευκαιρίες για να προσφέρει στο κοινωνικό σύνολο ανάλογα με τις δυνατότητές του και να απολαμβάνει ανάλογα με τις ανάγκες του. Αντί γι’ αυτά οι εκάστοτε εξουσίες κατασκεύασαν μύθους-ταμπού για θεούς και δαίμονες, για κόλαση και παράδεισο με βασιλείς επίγειους και επουράνιους με σκοπό να κάνουν τους ανθρώπους δουλικούς και μοιρολάτρες, να ‘πιστεύουν χωρίς να ερευνούν’ και να δέχονται την καταπίεση και την εκμετάλλευση των αφεντικών τους ως ‘θεία βούληση και δοκιμασία’. Στο μεταξύ οι σκοταδιστικοί μύθοι ξεφτίζουν, τα ταμπού απομυθοποιούνται μέρα με τη μέρα ως εξουσιαστικά κατασκευάσματα και οι δούλοι αγωνίζονται για τη λευτεριά τους, που σημαίνει για κοινωνική ισότητα, για έναν κόσμο χωρίς αφεντικά και δούλους.

Σήμερα πολλοί άνθρωποι, δυστυχώς όχι ακόμα όλοι, γνωρίζουν ότι νεκρές οικογενειακές, τοπικιστικές, φυλετικές και εθνικιστικές παραδόσεις, εξωπραγματικές θρησκευτικές δοξασίες και θανατόφιλα δόγματα μπλοκάρουν την λογική, εμποδίζουν την φυσιολογική κοινωνικοποίηση και προκαλούν τη στρεβλή κοινωνική ένταξη των ανθρώπων, πράγμα που υπονομεύει τον αυτοσεβασμό, την αίσθηση της ισοτιμίας-αμοιβαιότητας και διαταράσσει την αρμονική συμβίωσή μας. Η ιστορία διδάσκει ότι, εξ’ αιτίας της άγνοιας των πολλών και της υστερόβουλης σκοπιμότητας των λίγων, η ηδονική θρησκευτική εθελοδουλία οδηγεί στην παράλυση της σκέψης και συνεπώς στον πνευματικό θάνατο, με αποτέλεσμα την αποσύνθεση του κοινωνικού ιστού και τελικά την συρρίκνωση μέχρι και τη διάλυση της εθνικής και της οικουμενικής υπόστασης του ανθρώπου.
Από τη στιγμή που ένας λαός που άνοιξε πρώτος το δρόμο στον ανθρωπιστικό πολιτισμό, (πάντων πραγμάτων μέτρον άνθρωπος), και έχτισε παραδειγματικούς θεσμούς για την έννοια και την ουσία της δημοκρατίας και για τον επαναστατικό-κοινωνικό ρόλο της επιστήμης, από την ίδια στιγμή τα θρησκευτικά και εξουσιαστικά ιερατεία κατασκεύασαν και επέβαλαν βίαια τους μύθους περί θεοκρατίας. Από τότε οι λαοί, ο ένας μετά τον άλλον και με τον ένα ή με τον άλλον τρόπο πέφτουν στην παγίδα περί ‘θεοκρατίας’ και ξεπέφτουν σε αλληλοεχθρευόμενα φανατισμένα ‘θρησκευτικά ποίμνια’. Συνεπώς είναι λογικό να σκεφθεί κανείς πως οι εξουσίες με όπλο τη θεοκρατία και τη χειραγώγηση της πληροφορίας και συνεπώς και της γνώσης επιχειρούν την περιθωριοποίηση των λαών, την νόθευση της δημοκρατίας και την υποταγή της επιστήμης σε αντικοινωνικά, αντιδημοκρατικά και σκοταδιστικά-φασιστικά μοντέλα κυριαρχίας με κατάληξη τη σημερινή νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και την καπιταλιστική βαρβαρότητα.
Για όλους αυτούς τους λόγους, είναι αναγκαίο να αμφισβητήσουμε τους θρησκευτικούς μύθους και με τη βοήθεια της επιστήμης να σπάσουμε τα θρησκευτικά ταμπού και να απομυθοποιήσουμε την κεφαλαιοκρατική-θεοκρατική ιδεολογία της ‘ιερής διαπλοκής’. Διαπλοκή που ξεκινάει από:
·  την κρατική μισθοδοσία, που σημαίνει την δημοσιοϋπαλληλοποίηση του κλήρου και την κρατικοποίηση της Εκκλησίας και της θρησκείας με αποτέλεσμα την κρατική, κεφαλαιοκρατική ιδεολογικοποίησή τους και την ταύτισή τους με την εκάστοτε κρατική εξουσία,
περιουσίας’[3], ·         την ιδιωτικοποίηση-εκποίηση για δήθεν αξιοποίηση της υποτιθέμενης ‘εκκλησιαστικής κινητής και ακίνητης περιουσίας',
·  την κατοχή από τη λεγόμενη ‘Ιερά Σύνοδο’, μεγάλου πακέτου τραπεζικών και άλλων μετοχών,
·  την απόσπαση, μέσω διαχειριστικά ανεξέλεγκτων εκκλησιαστικών ιδρυμάτων, κρατικών και ευρωπαϊκών κονδυλίων, κλάσμα των οποίων μόνο διατίθεται για το υποτιθέμενο ‘φιλανθρωπικό έργο της Εκκλησίας’,
· τις εμπορικές δραστηριότητες του ιερατείου μεταξύ των οποίων τα εκκλησιαστικά είδη και σύμβολα, τα τιμολογημένα ‘ιερά μυστήρια’ κ. ά.,
·  την περιοδική διεξαγωγή εράνων για την ανέγερση περιττών και πανάκριβων εκκλησιών, όπως αυτός για την ανέγερση του λεγόμενου ‘τάματος του έθνους’ το οποίο το χουντικό χριστιανικό ιερατείο το ήθελε πιο ψηλά κυριολεκτικά (στα τουρκοβούνια τότε, στο Αττικό Άλσος τώρα) και μεταφορικά (σε γκλαμουριά) και από το σύμβολο του Ελληνισμού και της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, τον Παρθενώνα, για το οποίο κανένας δεν ξέρει που πήγαν τα εκατομμύρια που συγκεντρώθηκαν από προηγούμενους εράνους,
· την εμπορική εκμετάλλευση της πίστης των αφελών πιστών με την περιφορά υποτιθέμενων ‘ιερών λειψάνων και κειμηλίων’ μέχρι
· το υψηλής κερδοφορίας ταπεινό κυριακάτικο και το υψηλής εισπραξιμότητας γιορτινό παγκάρι, για να καταλήξει σε
·  σκάνδαλα παπάδων ή και ιεραρχών που εκμεταλλεύονται την πίστη αφελών και τους αποσπούν ‘νόμιμα’ ή παράνομα δωρεές και περιουσιακά στοιχεία, για τα οποία συχνά διασύρονται στην κοινή γνώμη, σέρνονται στα κακουργιοδικεία και κλείνονται στις φυλακές.
Είναι αναγκαίο να διατυπώσουμε όλοι μαζί ένα δημόσιο κατηγορώ ενάντια στα σκοταδιστικά και στα εξουσιαστικά ιερατεία που εκμεταλλεύονται την άγνοια και την αφέλεια των πιστών και χρησιμοποιούν το μυαλό των παιδιών ως σκουπιδοτενεκέ και το μπουκώνουν με σκοτεινούς μύθους, με τοξικές και σάπιες ιδέες, με ληγμένα και άχρηστα πνευματικά και πολιτιστικά παραπροϊόντα, με μηδενιστικές, μυστικιστικές και θανατόφιλες θρησκευτικές δοξασίες και με απάνθρωπες, ανταγωνιστικές, ατομιστικές εξουσιαστικές ιδεολογίες. Πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι η αφέλεια των ‘πιστών’ και η κακόβουλη δράση των θρησκειών, Εκκλησιών, ιδεολογιών και ιερατείων[4], δεν επηρεάζει μόνο αρνητικά τη δική μας ζωή, αλλά κατακρεουργεί τις ανθρώπινες κοινωνίες και σπρώχνει την ανθρωπότητα προς την Νέα, θεοκρατική καπιταλιστική, Τάξη Πραγμάτων, που φράζει το δρόμο στο μέλλον των παιδιών μας και του ανθρώπινου πολιτισμού. Στο δημόσιο διάλογο και στον δύσκολο αγώνα για να απελευθερωθούμε και να κατακτήσουμε την κοινωνική ισότητα, οφείλουμε να έχουμε ο καθένας μας σύμμαχο το μυαλό μας και το μυαλό των άλλων, το ανθρώπινο μυαλό που αντιστέκεται στην αποβλάκωση και παρ’ όλα τα εμπόδια καταφέρνει, αργά αλλά σταθερά, να σπρώχνει τις εξελίξεις μπροστά, ενισχύοντας την αισιοδοξία της ιστορίας, στους κόλπους της οποίας ένας καινούργιος καλύτερος κόσμος γεννιέται μέρα τη μέρα.
Παρ’ όλα αυτά παραμένει ζητούμενο η απάντηση στο αιώνιο ερώτημα, τι συμβαίνει και ενώ οι άνθρωποι γεννιόμαστε ελεύθεροι και ίσοι μεταξύ μας, τελικά οι περισσότεροι, το 99%, να περνάμε τη ζωή μας σαν σκλάβοι σε συνθήκες ακραίας οικονομικής και κοινωνικής ανισότητας που την επιβάλλει το 1% των συνανθρώπων μας;
Τα ιερατεία, οι ιδεαλιστές ‘φιλόσοφοι’ και οι εξουσιαστές υποστηρίζουν, ότι το ερώτημα έχει απάντηση και αυτή λέγεται ‘ατελής, άπληστη και γι’ αυτό αμαρτωλή ανθρώπινη φύση’, ως συνέπεια της ‘βούλησης του θεού-δημιουργού’ και συνεπώς ‘αυτή είναι η μοίρα του ανθρώπου’. Οπότε, σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη, το πρόβλημα της οικονομικής και κοινωνικής ανισότητας, δηλαδή, της φτώχιας, της δυστυχίας, της ανελευθερίας, του φασισμού και του πολέμου δεν έχει λύση, αφού, η ανθρώπινη φύση είναι ‘από τον δημιουργό’ δεδομένη ελαττωματική και αναλλοίωτη με συνέπεια τον νόμο της ζούγκλας όπου επικρατεί ο ισχυρότερος με αποτέλεσμα την ανισότητα. Και όλα αυτά για να υπάρχει κάποιος ρόλος για τον υποτιθέμενο ‘θεό-δημιουργό’ και με δεδομένη την απουσία εξαιτίας της ανυπαρξίας του, για τους πανούργους δημιουργούς και εκπροσώπους του.
Όμως αυτή η θεώρηση κάνει το λάθος, που δεν είναι ούτε τυχαίο ούτε και αθώο, να εμφανίζει το δημιούργημα της Φύσης, το ‘όρθιο δίποδο ζώον’, τον άνθρωπο ως δημιούργημα του υποτιθέμενου θεού. Κάνει κυρίως το λάθος να παραγνωρίζει ότι το δημιούργημα της Φύσης, τον άνθρωπο, δεν το παραλαμβάνει, το ταΐζει, τον προστατεύει και το μεγαλώνει κανένας θεός και κανένα ιερατείο, αλλά το παραλαμβάνει η μάνα που το γέννησε, η οικογένειά του και η κοινωνία του που φροντίζουν στο πλαίσιο των υλικών και κοινωνικών δυνατοτήτων τους για την επιβίωση και την εξέλιξή του. Είναι λοιπόν υλικοί και κοινωνικοί οι όροι που διαμορφώνουν το τυχαίο δημιούργημα της Φύσης σε ‘ζώον πολιτικόν’, δηλαδή σε κοινωνικό ον, το οποίο ατομικά και συλλογικά δημιουργεί και αλλάζει το περιβάλλον του, τον εαυτό του και την κοινωνία του. Συνεπώς, είναι ο ίδιος ο άνθρωπος, και όχι ως Ροβινσώνας Κρούσος, αλλά ως συλλογικότητα και ως οργανωμένη κοινωνία που δημιουργεί καθημερινά τους όρους της ύπαρξής του, αλλάζει την ίδια τη φύση του και βελτιώνει σταθερά τη ζωή του. Οπότε αυτό που κάποιοι αποκαλούν ‘μοίρα’ δεν είναι παρά η ψευδαίσθηση περί ‘θεοκρατίας’, η εξουσία των σκοταδιστικών και εξουσιαστικών ιερατείων, η οποία κάθε τόσο ανατρέπεται και σχετικοποιείται με τάση εξαφάνισης και συνεπώς δεν είναι δεδομένη ούτε η φύση, αλλά ούτε και κάποια ‘μοίρα’ του ανθρώπου, οπότε υπάρχει απάντηση.

Σήμερα πια, στον 21ο αιώνα, όλοι γνωρίζουμε, ότι η απάντηση στο ερώτημα δεν είναι ή λεγόμενη ‘ατελής, υποτελής και αμαρτωλή ανθρώπινη φύση’, γιατί η ανθρώπινη φύση δεν είναι αυθαίρετο και αναλλοίωτο δημιούργημα ανύπαρκτων, φανταστικών, μεταφυσικών δυνάμεων, ‘θεών και δαιμόνων’, αλλά προϊόν συγκεκριμένων υπαρκτών και στο χώρο και στο χρόνο μεταβαλλόμενων κοινωνικών δυνάμεων και συνθηκών.
Όσον αφορά στην ‘ατελή ανθρώπινη φύση’, αυτή δεν είναι παρά το δημιούργημα των εκάστοτε κοινωνικών δυνάμεων που εκφράζονται είτε ως ιδιοτελής, άδικη, εκμεταλλευτική και απάνθρωπη ταξική μορφή κοινωνικής οργάνωσης του ανταγωνισμού και της ανισοκατανομής που αποξενώνει και κατασκευάζει ατελείς ανθρώπινες φύσεις, φοβισμένες και ένοχες συνειδήσεις είτε ως άμεση δημοκρατία, κοινωνική αυτοδιεύθυνση και αταξική κοινωνία της ισοκατανομής που ενώνει συνειδήσεις, οράματα και αγώνες για ένα καλύτερο κόσμο. Συνεπώς το πρόβλημα έχει λύση και αυτή, στη σημερινή ιστορική συγκυρία δείχνει προς την κατεύθυνση της υπέρβασης των σκοταδιστικών μύθων, των θρησκειών του μίσους και των εξουσιαστικών ιδεολογιών, με φυσικό επακόλουθο την κατάργηση της αδιέξοδης ιδιοτελούς καπιταλιστικής οργάνωσης της οικονομίας η οποία λειτουργεί σε βάρος του ανθρώπου, της Φύσης, της κοινωνίας και της ανθρωπότητας και την αντικατάστασή της από ένα σύστημα κοινωνικής ισότητας, δηλαδή ισοκτησίας, ισονομίας και ισοκατανομής. Άλλη εναλλακτική κοινωνική λύση, άλλη ρεαλιστική διέξοδος δεν υπάρχει και γι’ αυτό η μετατόπιση της ατομικής θρησκευτικής λύσης σε κάποια υποτιθέμενη μετά θάνατον σωτηρία αποκαλύπτει την απατηλή φύση και τον αντικοινωνικό χαρακτήρα των θρησκειών, που τελικά λειτουργούν ως ιδεολογίες για λογαριασμό των κοσμικών εξουσιών και ως απενοχοποιητές των εγκλημάτων του κεφαλαίου.
Όλα αυτά αποκαλύπτουν ότι η σημερινή καθολική κρίση δεν είναι κρίση της ανθρώπινης φύσης, υπόστασης και συνείδησης, δεν είναι κρίση της ανθρώπινης κοινωνίας και του ανθρώπινου πολιτισμού, όπως προσπαθούν κάποιοι να την παρουσιάσουν, αλλά είναι κρίση του τρόπου με τον οποίο είναι οργανωμένη η οικονομική δραστηριότητα και κατά συνέπεια και η κοινωνία-ανθρωπότητα. Είναι, δηλαδή, κρίση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, που στηρίζεται στην οικονομική και κοινωνική ανισότητα, στη βία, στην καταστροφή και στον πόλεμο και γι αυτό βρίσκεται σε αντίθεση με την ανθρώπινη φύση, με τη φύση της ανθρώπινης κοινωνίας και με τους διαχρονικούς σκοπούς της ανθρωπότητας για κοινωνική ισότητα, καθολική ευημερία και ευτυχία. Πρόκειται για μια παγκόσμια παρακμιακή κρίση του καπιταλισμού στην καρδιά της οποίας βρίσκεται η κρίση του συγκεντρωτικού ενεργειακού συστήματος, ο έλεγχος του οποίου εξασφαλίζει την κυριαρχία του κεφαλαίου πάνω στην κοινωνία-ανθρωπότητα. Το ενεργειακό σύστημα που στηρίζεται στα ορυκτά καύσιμα, για τον έλεγχο των οποίων γίνονται όλοι οι πόλεμοι των δυο τελευταίων αιώνων με σκοπό την ηγεμονική επικράτηση της μιας ή της άλλης μερίδας του κεφαλαίου πάνω στην ανθρωπότητα. Και όλα αυτά, παρά το γεγονός πως η σύγχρονη επιστήμη και τεχνολογία προσφέρουν στην ανθρωπότητα την δυνατότητα αποκεντρωμένης, δημοκρατικής, φτηνής, καθαρής, ασφαλούς και άφθονης ενέργειας από τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας με βάση το υδρογόνο[5], η αξιοποίηση της οποίας θα έδινε στις δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού τη δυνατότητα να απελευθερωθούν οριστικά από το απάνθρωπο και καταστροφικό κεφάλαιο και να οργανώσουν κοινωνικά αυτοδιαχειριζόμενες οικονομίες και να οικοδομήσουν ανθρώπινες κοινωνίες πάνω στη βάση της οικονομικής και κοινωνικής ισότητας, χωρίς την οποία δεν μπορεί να υπάρξει κοινωνική απελευθέρωση.
Από την τρέχουσα συστημική κρίση, που συγκλονίζει το καπιταλιστικό κοινωνικο-οικονομικό σύστημα σε επίπεδο ηθικής, φιλοσοφίας, θεσμών, δομών και λειτουργιών, η οποία συντελείται τόσο σε επίπεδο εποικοδομήματος, όσο και στο ίδιο το θεμέλιο του καπιταλιστικού οικοδομήματος και ταλανίζει ολόκληρη την ανθρωπότητα δεν μπορεί να μας βγάλει καμιά συστημική δύναμη, κανένα ενσωματωμένο στο σύστημα της θεοκρατικής κεφαλαιοκρατίας πολιτικό κόμμα που διαπλέκεται με την οικονομική ολιγαρχία και την παγκόσμια πατρωνία, με το σκοταδιστικό ιερατείο και την Εκκλησία. Αλλά και κανένας πονηρός ή αφελής πολιτικός ‘ηγέτης’ που περιμένει εκλογική βοήθεια και πολιτική σωτηρία από την υποκριτική παγανιστική εικονολατρία. Και φυσικά από την κρίση του καπιταλισμού δεν μπορεί να μας βγάλει καμιά κοινοβουλευτική ‘αριστερή πρωτοπορία’, ούτε ο όποιος αυτόχριστος απελευθερωτής-μεσσίας ‘πολιτικός ηγέτης’ που από τη μια αλιεύει ψήφους άθεων και μη θρησκευόμενων και από την άλλη για να του ανατεθεί η πολιτική διαχείριση της κεφαλαιοκρατίας ικετεύει να του δώσουν την ευλογία τους διαπλεκόμενοι με την κεφαλαιοκρατία προκαθήμενοι Εκκλησιών[6], με την πονηρή σκέψη να τον ψηφίσουν και ‘οι δούλοι του θεού’. Καταδικασμένη είναι επίσης κάθε προσμονή σωτηρίας από μια, στην αποφασιστική της πλειοψηφία, δουλικά ενσωματωμένη στην οικονομικά και πολιτικά άρχουσα ελίτ, ‘πνευματική ηγεσία’, η οποία εκπορνεύεται στα σαλόνια της οικονομικής ολιγαρχίας και φλυαρεί σε κάποια έδρα, ή έδρανα και στα ΜΜΕ ως ιδεολογικός ινστρούχτορας της κεφαλαιοκρατικής εξουσίας έναντι κάποιου είδους ‘τριάκοντα αργυρίων της προδοσίας’.
Την πνευματική απελευθέρωση των ανθρώπων, των κοινωνιών και της ανθρωπότητας από τους σκοταδιστικούς μύθους που χτίστηκαν πάνω στο συνειδητό ψέμα[7], μπορεί να την φέρει μόνο ένα Νέο Κίνημα Διαφωτισμού, αλλά αυτή τη φορά από τα κάτω, με πρωτεργάτες τις μορφωτικά προχωρημένες, συνειδησιακά ώριμες και ηθικά-κοινωνικά αφοσιωμένες δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, που ως κοινωνικοί καταλύτες, ως λαϊκοί επιμορφωτές και όχι ως εξουσιαστικές-κομματικές πρωτοπορίες, θα καταστήσουν ανενεργούς τους σκοταδιστικούς θρησκευτικούς μύθους και τις εξουσιαστικές ιδεολογίες. Πράγμα που σημαίνει, ότι θα καταστήσουν ικανούς τους Πολίτες, τις κοινωνίες και την ανθρωπότητα συνολικά να διεκδικήσουν το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού και της αυτοδιεύθυνσής τους[8] σε τοπικό, περιφερειακό, εθνικό και οικουμενικό επίπεδο. Για να συμβεί αυτό πρέπει άμεσα εδώ και παντού να ξεκινήσει η αγωνιστική διεκδίκηση για τον άμεσο χωρισμό της Εκκλησίας από το κράτος και την πλήρη αποθρησκειοποίηση της παιδείας και της δημόσιας ζωής[9] στο πλαίσιο ενός ανοιχτού δημόσιου διαλόγου με ταυτόχρονη τη διάχυση, σε όλα τα επίπεδα και κύτταρα της κοινωνίας, της επιστημονικά έγκυρης και κοινωνικά χρήσιμης Γνώσης για τον κόσμο, τη ζωή, τον άνθρωπο και την κοινωνία του. Βέβαια η απελευθέρωση της κοινωνίας από τους σκόπιμα κατασκευασμένους ψευδείς, ανελεύθερους και καταπιεστικούς θρησκευτικούς μύθους που λειτουργούν ως εξουσιαστικές ιδεολογίες δεν θα στερεί την ελευθερία της όποιας ενδεχόμενης θρησκευτικότητας από κανέναν, μόνο που αυτή, για να είναι αυθεντική και γνήσια δύναμη αναζήτησης, θα γίνεται σεβαστή ως αποκλειστικά προσωπική υπόθεση που θα προστατεύεται από την εμπορική, οικονομική, πνευματική και πολιτική εκμετάλλευσή της και από την καταχρηστική εξουσιαστική χρησιμοποίησή της. Οι ‘θεοί’, οι θρησκείες και τα ιερατεία θα πρέπει να πάψουν να λειτουργούν ως εργαλεία της απάνθρωπης και καταστροφικής κεφαλαιοκρατικής εξουσίας, δηλαδή ως κρατική θεοκρατία που παρεμβάλλεται ως δίκαιος και ηθικός διαμεσολαβητής μεταξύ του κεφαλαίου και της κοινωνίας και σε βάρος της κοινωνίας-ανθρωπότητας[10].
Την πραγματική ελευθερία της όποιας μεταφυσικής ανησυχίας ή ακόμα και της υποτιθέμενης αυθεντικής ατομικής θρησκευτικότητας δεν μπορεί να την εγγυηθεί καμιά εξουσία και καμιά αυθεντία. Όλες οι αυθεντίες και οι εξουσίες κρύβονται πίσω από κάποιο από τις ίδιες κακοκατασκευασμένο μυστήριο και δήθεν μεταφυσική δύναμη για να την επιβάλλουν και να εκμεταλλευτούν αισχρά και μέχρι θανάτου τους ‘πιστούς’. Πνευματική ελευθερία χωρίς οικονομική και κοινωνική ισότητα, χωρίς κοινωνικές και πολιτικές ελευθερίες, χωρίς Γνώση και κριτική σκέψη δεν μπορεί να υπάρξει. Και ακριβώς για να μην υπάρξει πραγματική πνευματική ελευθερία, οι εκάστοτε οικονομικές και πολιτικές εξουσίες σκαρώνουν εκτυφλωτικούς
θρησκευτικούς μύθους, σκοτεινούς εκκλησιαστικούς θεσμούς, χρυσοποίκιλτους ναούς και στρατολογούν για την αποβλάκωσή μας στρατιές άχρηστων, τεμπέληδων και συμβιβασμένων ρασοφόρων που άλλα πιστεύουν, άλλα λένε και άλλα κάνουν, πνιγμένοι στον πλούτο, στην πολυτέλεια[11], στην υποκρισία και στην ακολασία. Οι ελάχιστες εξαιρέσεις έχουν να κάνουν με μετανοιωμένους θύτες που προσπαθούν, κόντρα στην ιεραρχία και σ’ αυτό που σηματοδοτούν, να αντικρίζουν ως άνθρωποι και όχι ως παπάδες τα θύματά τους. Οι περισσότεροι, όμως, όπως είναι ολοφάνερο, κουνάνε το δάκτυλο στους πολιτικούς που θα διανοηθούν να μιλήσουν για ‘χωρισμό κράτους και εκκλησίας’ και αποσύρουν τα ‘ψηφαλάκια του ποιμνίου τους’ από αυτούς και το κόμμα τους και τους στέλνουν να «γράψουν ιστορία». Γι’ αυτό σε συνθήκες καπιταλισμού η πολιτική θα μυρίζει πάντα μίσος, χτικιό, ουσίες και μεθυστικό λιβάνι που θα εκφράζεται με λιγότερα και άθλια σχολεία που θα εκπαιδεύουν πιστούς και δούλους της εξουσίας και περισσότερες πολυτελείς εκκλησίες και περισσότερες φυλακές που θα εκπαιδεύουν υποκριτές και εγκληματίες.
Μόνο ένα πραγματικό Κίνημα Επαναστατικής Γνώσης, Διαφωτισμού και Κοινωνικής Δύναμης μετουσιωμένο σε κίνημα κοινωνικής απελευθέρωσης μπορεί από τη μια μεριά να οδηγήσει στην οριστική κατάργηση της κεφαλαιοκρατίας, η οποία εμφανίζεται ως ιουδαϊκή, χριστιανική, ισλαμική, ινδουιστική, βουδιστική κ.λπ. ‘θεοκρατία’, η οποία διαιρεί, αποδυναμώνει, παραπλανά με το ψέμα και την παραπληροφόρηση και υποτάσσει για να μπορεί το κεφάλαιο να αντιμετωπίζει, με τη βοήθεια του ιερατείου των ‘θρησκευτικών, εκκλησιαστικών τσομπαναραίων’, τους πιστούς ως ‘ποίμνια’ και να εκμεταλλεύεται πνευματικά, οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά τους αφελείς θρησκευόμενους και μαζί με αυτούς ολόκληρη την εργαζόμενη κοινωνία-ανθρωπότητα. Από την άλλη μεριά μπορεί αυτό το κίνημα κοινωνικής απελευθέρωσης να αχρηστέψει το ιδεολογικό οπλοστάσιο του κεφαλαίου, το οποίο κάθε φορά που οι κοινωνίες αποπειρώνται να ανασυνταχθούν αντικαπιταλιστικά με στόχο την άμεση δημοκρατία και την κοινωνική ισότητα, επιστρατεύει πότε το φασιστικό και το νεοφιλελεύθερο και πότε το σοσιαλδημοκρατικό και το τριτοτεταρτοδιεθνιστικό μοντέλο κυριαρχίας, για να ανακόψει την κοινωνική αφύπνιση που θα πυροδοτήσει τους ακηδεμόνευτους αγώνες για την οριστική υπέρβαση της κοινωνικής ανισότητας και του καπιταλισμού τώρα και παντού και για πάντα.
Καταλήγοντας, είναι ρεαλιστικό και χρήσιμο να συμφωνήσουμε ότι η αταξική συγκρότηση της κοινωνίας δεν είναι ουτοπία, αλλά και δεν μπορεί να είναι δώρο ανύπαρκτων θεών, ούτε αποτέλεσμα δράσης πολιτικών μεσσιών και ‘επαναστατικών πρωτοποριών’ που υπάρχουν και δρουν ως υπάλληλοι της μιας ή της άλλης μερίδας του κεφαλαίου. Μπορεί όμως να είναι αγωνιστική κατάκτηση των ίδιων των ακηδεμόνευτων και συνειδητοποιημένων κοινωνιών που αγωνίζονται για την αποκαπιταλιστικοποίηση της οικονομίας και την αποθρησκειοποίηση της παιδείας και της δημόσιας ζωής και έχουν ως οδηγό τους το διαχρονικό τους όραμα για την κοινωνική ισότητα και την άμεση δημοκρατία, για την αταξική κοινωνία και τον οικουμενικό ουμανιστικό πολιτισμό. Γιατί η αγάπη προς τον πλησίον δεν είναι μεταφυσική υπόθεση κανενός σκοταδιστικού-εξουσιαστικού ιερατείου, αλλά υπόθεση οικονομικής-κοινωνικής ισοτιμίας, δηλαδή, πραγματική σχέση ισοτιμίας μεταξύ των ανθρώπων και ισότιμη εμπράγματη σχέση των ανθρώπων με τη φύση, τα μέσα παραγωγής, τα παραγόμενα αγαθά και τον πολιτισμό.

[1]  Βλέπε, Λάμπος Κώστας, Για την πολιτική τοξικότητα του συστήματος της θεοκρατίας-κεφαλαιοκρατίας, http://www.anixneuseis.gr/?p=111222,
[2] Βλέπε, Λάμπος Κώστας, Αμερικανισμός και Παγκοσμιοποίηση. Οικονομία του Φόβου και της παρακμής, ΠΑΠΑΖΗΣΗΣ, Αθήνα 2009.
[3] «Οι διαπλεκόμενοι με το Βατοπέδι ήταν τα πιο γνωστά ονόματα της πολιτικής, επιχειρηματίες, μεγαλοδικηγόροι ακόμη και άνθρωποι του θεάματος […] κανένας δεν γινόταν βουλευτής στη Μακεδονία αν δεν έπαιρνε το χρίσμα του Βατοπαιδίου», Βαξεβάνης Κώστας, Και ο θεός δάκρυσε στο Βατοπέδι, http://edo-makedonia.pblogs.gr/2011/12/kai-o-theos-dakryse-sto-batopedi.html
[4] Λάμπος Κώστας, Ο σκοταδισμός ως εξουσιαστική ιδεολογία. Θρησκείες και ιερατεία στην υπηρεσία της εξουσίας, http://epithesh.blogspot.gr/2014/04/blog-post_19.html, και http://www.enallaktikos.gr/ar4410el_thriskeies-kai-ierateia-stin-ypiresia-tis-eksoysias-toy-kwsta-lampoy.html,
[5] Για μια διεξοδική ανάλυση του ενεργειακού προβλήματος βλέπε, Λάμπος Κώστας, Ποιος φοβάται το υδρογόνο; Η επανάσταση του υδρογόνου, η ελεύθερη ενέργεια και η απελευθέρωση της ανθρωπότητας από τα ορυκτά καύσιμα και την καπιταλιστική βαρβαρότητα, ΝΗΣΙΔΕΣ, Θεσσαλονίκη 2013.
[6] Λάμπος Κώστας, Παρηγοριά σε ένα φίλο που πενθεί τον Χριστόδουλο Παρασκευαϊδη, http://www.epithesh.blogspot.gr/2008/01/blog-post_28.html,
[7] «Είναι πράξη αρετής να εξαπατάς και να ψεύδεσαι, όταν με τέτοια μέσα μπορεί να προωθηθεί το συμφέρον της Εκκλησίας», Ευσέβιος, Επίσκοπος Καισαρείας.
[8] Βλέπε, Λάμπος Κώστας, Άμεση Δημοκρατία και Αταξική Κοινωνία. Η μεγάλη πορεία της ανθρωπότητας προς την κοινωνική ισότητα και τον ουμανισμό, ΝΗΣΙΔΕΣ, Θεσσαλονίκη 2012.
[9] Λάμπος Κώστας, Καπιταλισμός και ιερατείο. Διαπλοκή και έγκλημα, http://epithesh.blogspot.gr/2008/12/blog-post.html,
[10] Βλέπε, Λάμπος Κώστας, Αμερικανισμός και παγκοσμιοποίηση. Οικονομία του Φόβου και της παρακμής, ΠΑΠΑΖΗΣΗΣ, Αθήνα 2009, σελ. 132-175
·  [11] Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του πρώην αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου Παρασκευαϊδη: «Eπιτροπή την οποία αποτελούσαν δικαστικές αρχές, ο διευθυντής της αστυνομίας, ο εκπρόσωπος της εφορίας, ένας συμβολαιογράφος, ο αρχιερατικός επίτροπος Θωμάς Χρυσικός, ο πρώην αρχιερατικός επίτροπος Θωμάς Συνοδινός, ο γνωστός Βρεσθένης Θεόκλητος Κουμαριανός, και δύο διάκονοι του Χριστόδουλου, άνοιξε το σφραγισμένο δωμάτιό στην κατοικία του στο Παλιό Ψυχικό και κατέγραψε τα παρακάτω αντικείμενα:
·  600 ζεύγη χρυσά ή αργυρά μανικετόκουμπα.
·  Απ' αυτά τα 140 ζευγάρια έχουν διαμάντια και μερικά έχουν ζαφείρια.
·  Πάνω από 100 πολύτιμα χρυσά και αργυρά στυλό και πέννες ανεκτίμητης αξίας.
·  Πάρα πολλοί χρυσοί και αργυροί σταυροί ευλογίας με πολύτιμα πετράδια. Πολλές αρχαίες εικόνες.
·  30.000 ευρώ και 9 χρυσές λίρες σε φάκελο για τον π. Θωμά Συνοδινό.
·  Ένας μεγάλος πολυτιμότατος πολυέλαιος Baccarat αξίας 50.000.ευρώ η ανώτερη φίρμα στον κόσμο.
·  Καναπέδες και πολυθρόνες του σαλονιού, των γραφείων και των δωματίων από τις δυό ακριβότερες φίρμες του κόσμου Versace και Armani.
·  Μεταξωτές κουρτίνες πολυτιμότατες από τις καλλίτερες φίρμες στον κόσμο σε όλο το ανάκτορο.
·  Εκατοντάδες λευκά πουκάμισα, τα περισσότερα μεταξωτά.
·  Εκατοντάδες μαύρα παντελόνια πανάκριβα.
·  Εκατοντάδες ζεύγη παπουτσιών όλα από τις δυο ακριβότερες φίρμες του κόσμου Sebago και Church' s, απ' αυτά που φορούν μόνο οι Άγγλοι πρίγκιπες, λόρδοι και άλλοι αριστοκράτες. Ο Χριστόδουλος φορούσε μόνο τέτοια παπούτσια, που το κάθε ζεύγος τιμάται πάνω από 1.000 χίλια ευρώ (Όταν ανατράπηκε ο δικτάτωρ των Φιλιππίνων Μάρκος, βρέθηκε ότι η γυναίκα του είχε 80 ζεύγη παπουτσιών, ακριβά βέβαια αλλά συνηθισμένα).
·  Τρεις δεκάδες σετ με καθημερινά δεσποτικά άμφια.
·  50 επίσημες και μεγαλοπρεπείς αρχιερατικές στολές αξίας κατά μέσον όρο 300.000 ευρώ η κάθε μία.
·  12 στέμματα ( μίτρες ) από χρυσό και πολυτίμους λίθους αξίας κατά μέσον όρο 300.000 ευρώ το καθένα. Κυρίως έχουν διαμάντια.
·  100 εγκόλπια χρυσά και γεμάτα πολύτιμους λίθους, κυρίως διαμάντια και ζαφείρια, αξίας 100.000 ευρώ το καθένα.
·  200 εγκόλπιοι σταυροί ίσης αξίας και παρόμοιας διακοσμήσεως ο καθένας.
·  25 ποιμαντορικές ράβδοι (πατερίτσες) χρυσές και αργυρές και ελεφάντινες (φιλντισένιες) γεμάτες πολύτιμους λίθους, κυρίως διαμάντια και ρουμπίνια, αξίας κατά μέσον όρο 100.000 ευρώ η κάθε μία.
·  40 απλές αργυρές ράβδοι (βακτηρίες, μπαστούνια) με ημιπολύτιμους λίθους, αξίας 20.000 ευρώ η κάθε μία.
·  Δύο υπερπολύτιμα δισκοπότηρα χρυσά, σκαλιστά έργα τέχνης, με πολύτιμους λίθους, δώρα το ένα του Βαρθολομαίου και το άλλο του πάπα Ρώμης Βενεδίκτου.
·  Δεκάδες χρυσά και αργυρά κηροπήγια (δικηροτρίκηρα).
·  Δεκάδες χρυσά και αργυρά επιτραπέζια κηροπήγια με πολύτιμους λίθους.
·  Πολλές δεκάδες αργυροί δίσκοι σερβιρίσματος και κεράσματος.
·  Δεκάδες αργυρές φρουτιέρες.
·  Εκατοντάδες δωδεκάδων ποτήρια αργυρά και κρυστάλλινα υψηλής αξίας.
·  Εκατοντάδες πανάκριβα αργυρά κρυστάλλινα και πορσελάνινα σερβίτσια ανυπολόγιστης αξίας.
·  Εκατοντάδες δωδεκάδες πανάκριβα χρυσά και αργυρά κουταλομαχαιροπήρουνα φίρμας Christofie, που είναι η ακριβότερη στον κόσμο.
·  Εκατοντάδες πορσελάνινες δωδεκάδες πιάτων.
·  Εκατοντάδες πορσελάνινες και αργυρές πιατέλες.
·  Βαρύτιμες μεταξωτές κουρτίνες σε όλο το ανάκτορο.
·  Εκατοντάδες ζεύγη μεταξωτές πιτζάμες.
·  Δεκάδες μεταξωτές κλινοστρωμνές και μαξιλάρια.
·  Τέσσερις ζωγραφικοί πίνακες αμύθητης αξίας που ανήκουν στο Μουσείο Μπενάκη και τους νοίκιαζε με μηνιαίο μίσθωμα που του καθενός η αξία είναι όσο τα μηνιαία μισθώματα τριών μεγάλων και πολυτελών ρετιρέ.
·  Έξι γκραβούρες με πανάκριβο μηνιαίο μίσθωμα από το ίδιο Μουσείο.
·  Πάρα πολλά και πανάκριβα έπιπλα από πολύτιμα ξύλα υφάσματα μέταλλα και γυαλιά, φτιαγμένα από τις 4 μεγαλύτερες και ακριβότερες φίρμες στον κόσμο.
·  Τα αρχιτεκτονικά σχέδια για δύο βίλες-ανάκτορα του Χριστοδούλου, για να ξεκουράζεται, που θα κτίζονταν σε τεράστια οικόπεδά του μεγάλης αξίας, ένα στην Ερμιονίδα και ένα στον Άγιο Ιωάννη Θεολόγο σε πανέμορφες τοποθεσίες.

·  Ένα τεράστιο ποσό (πολλά εκατομμύρια ευρώ), για να κτιστεί ειδικό μουσείο με την επωνυμία «Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος», για να φυλάγονται και να εκτίθενται εκεί σε κοινή θέα οι στολές, οι μίτρες, οι πατερίτσες, και όλα τα λειτουργικά και μη λειτουργικά κοσμήματα και σκεύη του Χριστόδουλου στους αιώνες των αιώνων, μαζί και με τα έξοδα συντηρήσεως τόσο του μουσείου όσο και των εκθεμάτων, και με τους μισθούς των υπαλλήλων του μουσείου ...;» Πηγή: i-rm.blogspot.com, (Από το περιοδικό ΙΕΡΑ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ μηνός Σεπτεμβρίου 2008).

Τρίτη, 3 Μαρτίου 2015

Τακτικός θρίαμβος, στρατηγικό Βατερλώ

του Γιώργου Καραμπελιά 
Θρίαμβος της τακτικής, καθολική ήττα της στρατηγικής. Αυτό μπορεί να είναι το συμπέρασμα του ενός σχεδόν μήνα που πέρασε. Ήττα μιας στρατηγικής που διαθέτει μόνον τακτική, όταν θα έπρεπε πριν απ’ όλα να είναι στρατηγική και η τακτική να απορρέει αποκλειστικά από αυτήν.

Ο Τσίπρας και η παρέα των νεο-γιάπηδων που τον περιστοιχίζουν αποδείχτηκαν μάστορες στην πολιτική τακτική. Ενστερνίστηκαν τη γραμμή του Αλαβάνου, μιας ψευδούς «επαναστατικότητας», που μετέβαλε τον υπνώττοντα καθωσπρεπισμό του Συνασπισμού του Κωνσταντόπουλου στη συμμαχία Εξαρχείων και Κολωνακίου του ΣΥΡΙΖΑ, και εν τέλει άφησαν στα αζήτητα και τον ίδιο τον εμπνευστή της γραμμής, τον Αλέκο Αλαβάνο. Έπιασαν στο φτερό το τραίνο του ΣΥΡΙΖΑ και, όταν άρχισε η κρίση, εξαπατώντας τον Θεοδωράκη, ακύρωσαν το εγχείρημα της ΣΠΙΘΑΣ και κατόρθωσαν να καρπωθούν την δυναμική των πλατειών και του αντιμνημονιακού κινήματος. Μετά το δεύτερο μνημόνιο, μπροστά στις εκλογές του 2012, αντιλαμβανόμενοι πως το ΠΑΣΟΚ κατευθυνόταν στα τάρταρα της καταισχύνης και της ιστορικής εξαφάνισης εμφανίστηκαν ως «κυβερνώσα αριστερά», επιχειρώντας να ενσωματώσουν τις Πασοκικές δυνάμεις, έστω και αν ήταν μια παρέα ανίδεων. Το colpo grosso φάνηκε να αποδίδει και η παρέα μεταβλήθηκε σε αξιωματική αντιπολίτευση!

Αν στη συνέχεια έμεναν πιστοί στη ρητορική των συνιστωσών και των Εξαρχείων, θα αποδεικνύονταν απλώς ένας πρόσκαιρος πυρετός της ελληνικής κοινωνίας και θα την πατούσαν όπως η Χρυσή Αυγή, που πίστεψε στην ίδια τη ρητορική της και προσπάθησε να οργανώσει στα γρήγορα- γρήγορα… ένα πραξικόπημα, στηριγμένη στους ματατζήδες και τους αποστράτους. Ή, όπως ο Αλέκος Αλαβάνος, ο οποίος απεδείχθη ικανός να εγκαινιάσει μια νέα στρατηγική, χρησιμοποίησης του αποσταθεροποιητικού δυναμικού της εξέγερσης των βορείων προαστίων, που παρήγαγε τον Δεκέμβρη και τον… ΣΥΡΙΖΑ, ως σύμπτωση Κολωνακίου και Εξαρχείων, αλλά δεν μπορούσε να δει πως αυτή τη συμμαχία ήταν μόνο μία απλή βάση εκκίνησης. Εξ ου και η ήττα του στις εκλογές του 2009 και η αδυναμία του να τη μεταβάλει σε εφαλτήριο ενός come back, παρότι διέθετε τις ταξικές και πολιτικές προδιαγραφές για κάτι τέτοιο – εξέφρασε ο ίδιος για πρώτη φορά το new look ενός παλιού μέλους της ΚΝΕ, μεταμφιεσμένου σε… εξηνταοκτάρη, σαράντα χρόνια μετά το… 68.

Μια νέα γενιά σε αναζήτηση εξουσίας…

Η ομάδα του Τσίπρα, εξαιτίας και του νεαρού της ηλικίας της, μπορούσε να εκφράσει αυθεντικότερα αυτή τη νέα ριζοσπαστικότητα των ανώτερων μεσοστρωμάτων, όντας έτοιμη να την χειριστεί εργαλειακά. Η Ελλάδα είχε ανάγκη από μια νέα γενιά killers, ανάλογη με εκείνη των νεαρών χρηματιστών της Wall Street στη δεκαετία του 1990, ή των νεαρών ολιγαρχών και πολιτικών που αναδύθηκαν στις μετακομμουνιστικές κοινωνίες και οι οποίοι δεν ορρωδούσαν μπροστά σε οποιαδήποτε κίνηση για να φτάσουν στον σκοπό τους. Η γενιά των γιάπηδων του 1990 και του 2000 διέθετε και διαθέτει αυτά τα χαρακτηριστικά. Έχει μεγαλώσει σε έναν απο-ιδεολογικοποιημένο κόσμο, όπου το μόνο που απαιτείται από τις γάτες «είναι να πιάνουν ποντίκια», σε αντίθεση με την παλαιότερη γενιά της Αριστεράς, ακόμα και των καταγόμενων από το ΚΚΕ ή το ΚΚΕεσωτ., η οποία μπόρεσε μεν να ανοίξει τον δρόμο προς αυτή την αποϊδεολογικοποιημένη γενιά, αλλά δεν διέθετε την απαραίτητη ταχύτητα και τον κυνισμό που απαιτούσαν οι νέες συνθήκες. Στη δεκαετία του 1990 και στις αρχές του 2000, μια τέτοια γενιά προσπάθησε να εκφραστεί ακόμα και στο χρηματιστήριο, κάτω από τη σκέπη του σημιτισμού ή γύρω από τους νεαρούς καριερίστες του opengov, που συνωθούνταν γύρω από τον Γιώργο Παπανδρέου.

Ωστόσο, η διάλυση του ελληνικού χρηματιστηρίου και η κρίση του 2009 ήρθε να μεταθέσει το κέντρο βάρους έκφρασης της «γενιάς» στο πολιτικό πεδίο και μάλιστα στο αντιμνημονιακό! Αυτό είχε διαγραφεί ήδη από το 2006-2007, όταν ο νεόκοπος ΣΥΡΙΖΑ προωθούσε μια ψευδο-εξεγερσιακή γραμμή φοιτητικών και νεανικών μεσοστρωματικών κύκλων, που κορυφώθηκε τον Δεκέμβρη του 2008, με όλο το μηδενιστικό δυναμικό του, και του οποίου ακρότατη έκφραση αποτέλεσαν οι νέες, ανοικτά μηδενιστικές, τρομοκρατικές ομάδες που γέννησε αυτή η «εξέγερση».

Μια νέα γενιά, καταπιεσμένη από τη μακρόχρονη ηγεμονία της γενιάς της μεταπολίτευσης, έψαχνε τον δρόμο της προς την εξουσία. Και στον βαθμό που η γενιά της μεταπολίτευσης διαιωνιζόταν στην εξουσία και συνέχιζε σκανδαλωδώς να κλείνει τον δρόμο στους νεώτερους για δεκαετίες ολόκληρες, μπλοκάροντας πλέον όλους τους μηχανισμούς κοινωνικής ανόδου, τόσο στο ακαδημαϊκό όσο και στο πολιτικό πεδίο, εντεινόταν η δυσαρέσκεια των γόνων των μεσαίων ακόμα και των ανώτερων στρωμάτων που εύρισκαν την πόρτα κλειστή. Έτσι μπορούν να εξηγηθούν «παράδοξα», από πρώτη άποψη, φαινόμενα, όπως η κυριαρχία των αριστεριστών σε σχολές υψηλού κοινωνικού standing, όπως οι Πολυτεχνικές, και η στροφή ενός σημαντικού μέρους γόνων των βορείων προαστίων ακόμα και προς τους αντιεξουσιαστές και την τρομοκρατία. Και πάντως, το προφίλ που εισήγαγε ο ΣΥΡΙΖΑ, ως μια συνάντηση αριστερισμού και Συνασπισμού, ανταποκρινόταν σε αυτή τη νέα πραγματικότητα: φιλοευρωπαϊκή, αριστερή «εναλλακτική παγκοσμιοποίηση», ευρωπορείες, μεγαλύτερη άνεση μεταξύ Αγγλίας, Νέας Υόρκης, Κολεγίου και Χάρβαρντ και «επιστροφή» σε έναν εθνομηδενιστικό «μαρξισμό» αλά Χομπσμπάουμ, ή της πλάκας, αλά Ζίζεκ.

Έχοντας ωριμάσει μέσα στους μαιάνδρους και τις ίντριγκες της κομματικής μικροεξουσίας, αυτή η νέα γενιά διεκδικούσε την εξουσία από την απερχόμενη και φθαρμένη έως το μεδούλι γενιά της μεταπολίτευσης, η οποία, ελέω … Γκορμπατσώφ και παγκοσμιοποίησης, δεν «απεχώρησε», όπως προδιαγραφόταν το 1989, αλλά έκανε ένα ύστατο come back το 1993, για να επιβιώσει σερνόμενη έως τον ΓΑΠ και τον Σαμαρά. Όσοι έχουμε ζήσει το 1989-1993, θυμόμαστε πολύ καλά τους «νεαρούς λύκους» της πρώην ΚΝΕ και του ΠΑΣΟΚ, από τον Ανδρουλάκη έως τους Γεωργιλέδες και τους Κωστόπουλους, και τους Οικολόγους, που επιχείρησαν τότε να «πάρουν την εξουσία» στην Αριστερά, για να ηττηθούν και να ενσωματωθούν στην κυρίαρχη μεταπολιτευτική αφήγηση υπό τον… Σημίτη. Η κατάληψη της εξουσίας ανεβλήθη για μια εικοσαετία, στη διάρκεια της οποίας η μεταπολίτευση εφθάρη μέχρι το μεδούλι. Αυτή η νέα γενιά για να διεκδικήσει την εξουσία έπρεπε να μεταβληθεί σε μια γενιά «ριζοσπαστική» και μπόρεσε να μετασχηματίσει τον γέρικο Συνασπισμό στον αμφισβητησιακό ΣΥΡΙΖΑ. Πολύ χαρακτηριστικά, εξάλλου, τα διάφορα ηλικιακά και κοινωνικά στρώματα της Αριστεράς της μεταπολίτευσης, υποχρεώθηκαν να ακολουθήσουν τα ίδια τους τα… παιδιά σε αυτή την ψευδο-ριζοσπαστικοποίηση. Ποιός δεν εξεπλάγη βλέποντας τους παλιούς «ρεβιζιονιστές» της ΚΝΕ και του ΚΚ Εσωτερικού, που στις δεκαετίες του 1970 και 1980 κατακεραύνωναν κάθε παρέκκλιση από τον κομματικό καθωσπρεπισμό και τον γκρίζο μαρξισμό τους, να τρέχουν πίσω από τους πιτσιρικάδες γιους και κόρες τους, μετά τα μέσα της δεκαετίας του 90, και σταδιακώς να μεταβάλλονται σε καθυστερημένους «εξηνταοκτάρηδες», στα γεράματα. Όταν όμως σαλπίζεις την «ανανέωση», αυτή κάποια στιγμή θα πραγματωθεί αναπόφευκτα, από τους ίδιους τους εκπροσώπους της, παραμερίζοντας την «παλιά γενιά». Έτσι, συνέβη κάτι το πρωτόφαντο: σε ένα κόμμα με στελεχιακό δυναμικό γερασμένο και μεταπολιτευτικό –αρκεί να δει κανείς την ηλικία των περισσότερων υπουργών του ΣΥΡΙΖΑ–, να ηγείται μια νεώτερη γενιά, με επικεφαλής τον πολύ νεαρότερο Τσίπρα! Μόνο που αυτή η νεώτερη γενιά, τους μαρξισμούς και τους ηθικούς ενδοιασμούς τους έχει για οδοντόκρεμα. Ενδιαφέρεται για ένα και μοναδικό πράγμα… την εξουσία. Η στρατηγική είναι τίποτε, είναι μια αυταπάτη στην καλύτερη περίπτωση, η εξουσία, δηλαδή η τακτική, είναι το παν. Έτσι, πρώτα έχασε το παιγνίδι ο Αλαβάνος, που δεν κατάλαβε από πού του ήρθε! Μα από την ίδια την αγραβάτωτη παρουσία του στο Προεδρικό Μέγαρο και τον ακατάσχετο εκθειασμό του… Δεκέμβρη, όπου πρωτοστατούσαν τα ίδια τα παιδιά των παλιών στελεχών της Αριστεράς, σέρνοντας από τη μύτη τους πατεράδες και τις μανάδες τους. Αναπόφευκτα, λοιπόν, είχε έρθει η ώρα της… «νεολαίας». Η εργαλειακή αντίληψη της διαγράφεται εξάλλου με τις πιο αδρές γραμμές στη νέα τρομοκρατία που αναδείχτηκε από τον Δεκέμβρη. Μια τρομοκρατία που διακηρύσσει ανοιχτά ότι αδιαφορεί για τις ιδεολογίες και θέλει απλώς να καλύψει την ανάγκη της για καταστροφικότητα, εξ ου και η ανοικτή διαπλοκή της με τους ποινικούς νονούς. Είναι χαρακτηριστικό πώς την πάτησε αυτοεξευτελιζόμενος ο Χριστόδουλος Ξηρός.

…με κάθε τίμημα

Γιατί λοιπόν στο επίπεδο της πολιτικής διαχείρισης να μη τα βρούμε με τους Αμερικανούς και τη Γιάννα Αγγελοπούλου, γιατί να μη χρησιμοποιήσουμε τον πράκτορα του Δημοκρατικού Κόμματος (τουλάχιστον), Όλιβερ Στόουν, και τον κλόουν της «μαρξιστικής» φιλοσοφίας, Σλαβόι Ζίζεκ, για να κάνουμε δημόσιες σχέσεις στην Ευρώπη, γιατί να μη μασήσουμε και λίγους Ποδέμος; Γιατί να μη φτιάξουμε μια υπόγεια στενή σχέση με τον Καραμανλή, ήδη από το 2012 (αν όχι και νωρίτερα), σχέση που είχε ήδη θετικά αποτελέσματα στη συμμαχία με τους ΑΝΕΛ και τον πρόεδρο Προκόπη, καθώς και με τον ΓΑΠ και το περιβάλλον του, ή έστω τους παλιούς του συνεργάτες, όπως τον Βαρουφάκη, τον Κοτζιά, την Κατσέλη, την Παναρίτη και τόσους άλλους; Αφού η πολιτική είναι μια βρώμικη δουλειά, την κάνει καλύτερα όποιος δεν έχει καμιά ιδεολογική ή ηθική αναστολή. Τι και αν ο Φώτης Κουβέλης μεταβλήθηκε σε στυμμένη λεμονόκουπα, την ώρα που πίστευε πως βαδίζει προς τον προεδρικό θώκο, τι και αν γκρινιάζει ο αναπόφευκτος Μανόλης Γλέζος;

Ακόμα και ο Καραμπελιάς και το ΑΡΔΗΝ, που καταγγέλλουν συστηματικά μια πολιτική χωρίς αρχές, ακόμα και αυτοί, παρότι έχουν πλήρη συνείδηση των τεκταινομένων, και πολλών άλλων ακόμα (που δεν μπορούν να δημοσιοποιήσουν ή και αγνοούν), είναι υποχρεωμένοι να στηρίζουν την ελληνική κυβέρνηση στη διαπραγμάτευση, να συμφωνούν με πολλές κινήσεις του υπουργού Εξωτερικών, ή του υπουργού Άμυνας, να επικροτούν και τη σχέση με τον Καραμανλή, με τους ΑΝΕΛ, ή με το «πατριωτικό» ΠΑΣΟΚ, ακόμα και με διαφόρους «ψεκασμένους», ως ανάχωμα στον εθνομηδενισμό του κόμματος, ή ακόμα και να δέχονται τις υπόγειες συμφωνίες με τους Αμερικανούς και διάφορα υπερατλαντικά λόμπυ –ο νοών νοείτω– απέναντι στους Γερμανούς και τον Σόιμπλε. Ακόμα και εμείς στηρίζουμε –είμαστε υποχρεωμένοι να το κάνουμε– μια κυβέρνηση που με τα φθαρμένα υλικά της μεταπολίτευσης βαδίζει προς την… υπέρβασή της.

Πόσο μάλλον ο ελληνικός λαός, που στο μεγαλύτερο μέρος του τρέμει την πιθανότητα μιας ρήξης με τους «εταίρους», και εύχεται η κυβέρνηση να κάνει την «κωλοτούμπα» και να μην τηρήσει τις δεσμεύσεις της, για να συνεχίσουμε να επιβιώνουμε, κουτσά-στραβά, μέσα στην Ευρωζώνη. Αρκεί να τηρούνται τα προσχήματα του μεταπολιτευτικού σκηνικού. Δηλαδή, άλλα να λες και άλλα να κάνεις. Και τόσο το χειρότερο για εκείνους που, όπως ο Γλέζος, εξακολουθούν να επιμένουν στην τήρηση των υπεσχημένων. Μπορεί να αισθάνεται πάλι προδομένος –για πρόεδρο της δημοκρατίας μόνο το… Άρδην τον πρότεινε και όχι το κόμμα του–, αλλά το έχει ξαναζήσει το σενάριο: έχει εκλεγεί δύο φορές βουλευτής, καθώς και ευρωβουλευτής, με το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα, έχει αποχωρήσει, κ.λπ. κ.λπ. Μπορεί να προσέφερε το κύρος του για να εγκαινιαστεί το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ, το 2001-2002, αποτελώντας κατά κάποιον τρόπο τον πνευματικό πατέρα του, ωστόσο και αυτός «δεν πήγε χαμένος»· παρέμεινε διαρκώς στο προσκήνιο, σε όλη αυτή τη διαδρομή, διότι τόσο ο Αλαβάνος όσο και ο Τσίπρας, στη συνέχεια, τον χρειάζονταν πάντοτε στις δύσκολες στιγμές, ως το αναγκαίο συμπλήρωμα στο οικοδόμημα που φιλοτέχνησαν.

Μάχη εκ παρατάξεως ή ανταρτοπόλεμος

Όλα καλά μέχρι εδώ. Η εξουσία ήρθε στο ραντεβού, με μικρό τίμημα – έναν Κουβέλη, μια μικροαπάτη τύπου Χαϊκάλη-Λαζόπουλου και κάποιες συμφωνίες που άρχισαν να γίνονται φανερές από τη στιγμή που οι Αμερικανοί εγκατέλειψαν εμφανώς τον Σαμαρά, από την αρχή του Φθινοπώρου του 2014. Ένας θρίαμβος τακτικής, που επιβεβαιώθηκε το βράδυ των εκλογών και στη σύνθεση της νέας κυβέρνησης.

Πήραν λοιπόν την πολυπόθητη εξουσία οι «descorbatados» (οι αγραβάτωτοι, κατά τους descamisados του Περόν) και τώρα βρίσκονται μπροστά στα τραγικά ελλείμματα της στρατηγικής τους, κυριολεκτικά μπροστά στην πλήρη έλλειψη στρατηγικής.

Καλούνται έτσι να συνεχίσουν, ως ανταρτοπόλεμο με τους Ευρωπαίους, έναν πόλεμο τον οποίο ξεκίνησαν ηλιθίως ως μία μετωπική σύγκρουση και έχασαν ήδη στις πρώτες αψιμαχίες το μεγαλύτερο μέρος του «στρατού» τους, δηλαδή τα βασικά τους επιχειρήματα για ακύρωση του μνημονίου, εκδίωξη της τρόικας και απομείωση του χρέους. Και το δυστύχημα για μας, για όλο τον ελληνικό λαό, είναι πως, αναλαμβάνοντας να εκφράσουν τα αντιμνημονιακά αιτήματα, κατέστρεψαν αυτή την ίδια τη διεκδίκηση. Γιατί πλέον τι μένει, η Χρυσή Αυγή, ο Κουτσούμπας, ο Κατσανέβας ή ο Καζάκης;

Και όμως, έχουμε τονίσει αναρίθμητες φορές πως οι αρχές του 2015 ήταν η χειρότερη στιγμή για να προκληθεί η ανατροπή των μνημονιακών κομμάτων, διότι η άνοδος στην εξουσία υπ’ αυτές τις συνθήκες θα σε υποχρέωνε είτε σε ολοκληρωτική καταστροφή είτε σε ταπεινωτική ήττα και σε «κάψιμο» των αντιμνημονιακών αιτημάτων. Είχαμε επαναλάβει πολλές φορές στους Συριζαίους και τους Ανεξαρτήτους Έλληνες πως, μετά από μερικούς μήνες, αφού θα είχαμε με τον ένα ή άλλο τρόπο βγει από το μνημόνιο, και σε μια συγκυρία όπου η Ισπανία με τους Ποδέμος θα είχε περάσει σε πρώτο πλάνο, η ποσοτική χαλάρωση θα είχε υποσκάψει τη γερμανική πρωτοκαθεδρία και θα είχαν γίνει και εκλογές στη Βρετανία, μια ελληνική αντιμνημονιακή κυβέρνηση θα μπορούσε να αμφισβητήσει ανοικτά και αξιόπιστα το χρέος και τα τετελεσμένα των μνημονίων. Γι ‘αυτό εξάλλου αρνηθήκαμε τελικώς να συμμετάσχουμε στις εκλογές μαζί με τους ΑΝΕΛ, επειδή ίσως εμείς επιμένουμε υπέρμετρα στην στρατηγική έναντι της τακτικής !

Αντ’ αυτού, όμως οι Συριζαίοι, μεθυσμένοι –κυριολεκτικώς– από το φάντασμα της εξουσίας, προχώρησαν σε σύγκρουση εκ παρατάξεως με τη γερμανική Ευρώπη, χωρίς να είναι στοιχειωδώς έτοιμοι, ούτε οι ίδιοι ούτε ο ελληνικός λαός για κάτι τέτοιο. Έτσι και έκαψαν –για πολύ καιρό τουλάχιστον– τα αντιμνημονιακά αιτήματα και κάψανε και τους… Ποδέμος και το Σιν Φέιν, εμφανιζόμενοι ως οι φορείς της αλλαγής σε ολόκληρη την Ευρώπη. Θριαμβολογούν οι Ισπανοί, οι Πορτογάλοι και οι Ιρλανδοί συντηρητικοί, θριαμβολογεί ανενδοίαστα ο Τεύτονας, που παριστάνει τον Ριχάρδο τον Γ΄ (τρομάρα του).

Και όμως όλοι γνωρίζουμε πως ο αδύνατος, για να κερδίσει το δίκιο του, πρέπει να έχει ως στρατηγική του μέθοδο τον ανταρτοπόλεμο. Αυτή εφάρμοζε ο Κολοκοτρώνης ενάντια στους Οθωμανούς και ο Βελουχιώτης ενάντια στον… πατέρα του Σόιμπλε. Και όταν χάνεις μια μάχη εκ παρατάξεως, δεν έχεις μόνο απώλειες στο πεδίο της μάχης αλλά και πλήθος παράπλευρες απώλειες και διχόνοια στο ίδιο σου το στρατόπεδο. Διάφοροι, μέχρι χθες, σύμμαχοι που πίστευαν στις εξαγγελίες της «ρήξης» θα στραφούν εναντίον σου· όταν μάλιστα θα δοκιμάσεις να μαζέψεις και… φόρους από εκείνους που πίστευαν πως δεν… θα ξαναπληρώσουν, τότε τα πράγματα θα μεταβληθούν σε κόλαση, δεδομένου μάλιστα ότι δεν διαθέτεις κάποιο στιβαρό κόμμα πίσω σου.

Τα όρια της τακτικής

Όταν δεν διαθέτεις μια εθνοκεντρική στρατηγική, αλλά φαντάζεσαι πως αποτελείς ένα προκεχωρημένο φυλάκιο της (Δυτικής) «Ευρώπης των λαών», στην ίδια ιδεολογική γραμμή με τον Σημίτη και τον ΓΑΠ –εξ ου και ο Τσουκαλάς ως προσωπικότητα-έμβλημα– τότε θα σκοντάψεις πάνω στον «αλτουσεριανό» μαρξιστή Μπαλτά, στην Τασία Χριστοδουλοπούλου και τον Κουράκη, όσο και αν προσπαθείς να τους εξουδετερώσεις μέσω της «ποσολογίας» των υπουργείων και των τάσεων στην Κυβέρνηση. Γιατί ο χρόνος τρέχει και δεν σου δίνει το περιθώριο –και τα χρήματα– της σταδιακής προσαρμογής που διέθετε ο Ανδρέας το 1981. Πρέπει, εδώ και τώρα, στηριγμένος σε ένα εθνομηδενιστικό, ευρωκεντρικό και «ευρωλιγούρικο» κόμμα, να κάνεις μια πολιτική σύγκρουσης –μακράς διάρκειας και πνοής– με τους Ευρωπαίους, ενώ δεν μπορείς να ρισκάρεις, για γεωπολιτικούς λόγους, την έξοδο από τον «λάκκο των λεόντων», διότι καραδοκεί ο διπλανός τίγρης!

Πώς θα το πετύχεις, στηριγμένος αποκλειστικά στους Αμερικανούς, τους Ρώσους (που βρίσκονται σε σύγκρουση με τους προηγούμενους), τους Ισραηλινούς, και μάλιστα υπόρρητα και υπογείως, χωρίς να έχεις ένα λαό σε εγρήγορση, που να ξέρει τι θέλει και να είναι διατεθειμένος να πραγματοποιήσει έναν αγώνα μακράς πνοής για να κατακτήσει στοιχειώδη επίπεδα αυτονομίας και αξιοπρέπειας; Πώς θα ανατρέψεις τις πραγματικότητες της δημογραφικής κατάρρευσης και της παραγωγικής παρασιτοποίησης; Με ψευδο-φεμινιστικές παρόλες και τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία ενός κόμματος, που θεωρεί αντιδραστική την αναφορά στο δημογραφικό και την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, δεδομένου ότι γι’ αυτούς προέχει η διασφάλιση των… δημοσίων υπαλλήλων; Πώς θα αντιμετωπιστεί το μεταναστευτικό, όταν η υπουργός μέχρι προχθές υποστήριζε τα ανοικτά σύνορα και ο ΣΥΡΙΖΑ παθαινόταν για την πολυπολιτισμική κοινωνία, χωρίς να έχει καμία συνείδηση πως για την Ελλάδα η μετανάστευση δεν είναι μόνο κοινωνικό πρόβλημα σε συνθήκες υψηλής ανεργίας αλλά και ζήτημα επιβίωσης για μια συρρικνούμενη χώρα των συνόρων;

Πώς θα εγκαινιάσεις μια πολιτική ανανέωση, ξηλώνοντας το παλιό φθαρμένο πολιτικό προσωπικό, πράγμα που επιθυμεί διακαώς ο ελληνικός λαός, όταν, για να τηρηθούν οι ισορροπίες, εκλέγεται ως πρόεδρος της δημοκρατίας ένας Παυλόπουλος; Και αν προφανώς τον προτιμούμε από άλλες επιλογές (Ντόρα ή Αβραμόπουλος), δεν σημαίνει πως αντιπροσωπεύει το αιτούμενο για το οποίο ο ελληνικός λαός οδηγήθηκε σε μια τόσο άκαιρη σύγκρουση.

Και θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε επ’ άπειρον. Η πολιτική της ηγετικής ομάδας και του Τσίπρα παράγεται όχι ως στρατηγική επιλογή αλλά κάτω από τη σιδερένια φτέρνα της ανάγκης, με ατελείωτες δολιχοδρομίες, οι οποίες όμως αποκαλύπτουν ένα βαθύτατο στρατηγικό έλλειμμα. Και επειδή το έξυπνο πουλί, λέει η λαϊκή παροιμία, πιάνεται με τα τέσσερα, ο μάγος της τακτικής, Τσίπρας, κινδυνεύει να πιαστεί στο ίδιο το παιγνίδι του τακτικισμού του. Να οδηγηθεί, από υπερβολική «επιτυχία» των τακτικών του επιλογών, σε στρατηγική κατάρρευση και στο τέλος να απολέσει και την ίδια αυτή την περιπόθητη εξουσία! Κινδυνεύει στο άμεσο μέλλον να την «πατήσει» από κάποιους συμμάχους ή αντιπάλους, που νομίζει ότι μπορεί να χειριστεί.

Και ήδη έχει επαναφέρει –άθελά του;– στο προσκήνιο, έναν δεύτερο πόλο εξουσίας, τον Κώστα Καραμανλή, ο οποίος, «χωρίς να κάνει τίποτε», μεταβάλλεται σταδιακά σε κυρίαρχο του πολιτικού παιγνιδιού. Έχει ήδη «κερδίσει» την προεδρία, έχει τον Καμμένο στην κυβέρνηση, «συμβουλεύει» συστηματικά τον πρωθυπουργό και καθορίζει την τύχη του Σαμαρά! Ο ρόλος του στο πολιτικό παιγνίδι καθίσταται κάθε μέρα και μεγαλύτερος, στον βαθμό που ο Τσίπρας είναι υποχρεωμένος να εξαρτάται από τακτικούς ελιγμούς, και αρχίζει να χάνει την απόλυτη αποδοχή στο εσωτερικό του κόμματος του, ενώ ο Σαμαράς εξαρτάται κυριολεκτικά από την καλή του θέληση. Πολύ σύντομα, ένα τέτοιο πολιτικό παιγνίδι θα οδηγήσει είτε σε «μεγάλο συνασπισμό», μετά από αλλεπάλληλες ρήξεις στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, για την αποδοχή του νέου μνημονίου που ετοιμάζεται, είτε σε κατάρρευση. Και στις δύο περιπτώσεις, το εγχείρημα της κατάκτησης μιας στρατηγικής θέσης στα πολιτικά πράγματα, θα έχει υπονομευτεί εξαιτίας ακριβώς αυτής της τακτικής πολυπραγμοσύνης και των αδιάκοπων ελιγμών, εκεί που χρειαζόταν στρατηγική βαρύτητα και όραμα.

Μετατρέποντας την τακτική σε στρατηγική

Και εδώ, τώρα, αρχίζει μια νέα πορεία, ένα νέο εγχείρημα, η ανάγκη της μετατροπής της τακτικής συγκυρίας σε στρατηγική. Δεδομένου ότι όλες αυτές οι άκαιρες και πρόωρες κινήσεις έχουν ήδη πραγματοποιηθεί, δεδομένου ότι το τίμημα για την άνοδο στην εξουσία μιας γενιάς διψασμένης για εξουσία, που εκμεταλλεύτηκε την κατάρρευση του αστικού κόσμου ως συνέπεια της κρίσης, δεδομένου ότι ήδη έχουμε μια άτυπη διαρχία στην κορυφή της εξουσίας, είναι δυνατόν, «δολιχοδρομώντας», να σώσουμε ό,τι μπορεί να σωθεί από τη χώρα και την ανεξαρτησία της και να ετοιμάσουμε τη μεταβολή της τακτικής συγκυρίας σε στρατηγική;

Δηλαδή, πατώντας πάνω σε αυτή την ιδιότυπη υπέρβαση του διαχωρισμού αριστεράς-δεξιάς, που έχει πραγματοποιηθεί στην κορυφή του κράτους –δίδυμο Παυλόπουλου-Τσίπρα, συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ– να παλέψουμε για τη μεταβολή της σε μια συνειδητή εθνικοαπελευθερωτική στρατηγική, που όντως θα υπερβεί, επί τέλους, τα εμφυλιοπολεμικά σύνδρομα. Καθόλου τυχαία, το 1989 έγινε μια ανάλογη απόπειρα, με άλλους πρωταγωνιστές, απόπειρα που κατέρρευσε εξαιτίας τόσο των μεγάλων γεωπολιτικών ανατροπών της εποχής και της κατάρρευσης του υπαρκτού γκορμπατσοφισμού, όσο και της τακτικιστικής πολυπραγμοσύνης και έλλειψης οράματος μιας άλλης γενιάς σαραντάρηδων – τότε–, της «γενιάς του Πολυτεχνείου» – των Ανδρουλάκη, Δραγασάκη, Λαφαζάνη, Αλαβάνου, Δαμανάκη…

Η Ελλάδα χρειάζεται ένα όραμα εθνικής σωτηρίας –κυριολεκτικά– και η πραγματικότητα μας έχει φέρει μπροστά στον γκρεμό, μέσα από την έλλειψη οράματος και τη διαφθορά της ελιτ-αλήτ της χώρας. Δυστυχώς πλέον το ρολόι του χρόνου δεν μπορεί να γυρίσει πίσω, στο 2009, όταν μια ανάλογη πορεία θα μπορούσε να εγκαινιαστεί με μικρότερες απώλειες. Ούτε καν στον Δεκέμβριο του 2014. Τώρα βρισκόμαστε σε ένα νέο τοπίο, όπου οι «υπαρκτές αντιμνημονιακές δυνάμεις» ανέλαβαν την εξουσία για να αποδείξουν, μέσα σε ένα μήνα, ότι μπορούν να προκαλέσουν με τη σειρά τους το μερίδιο των καταστροφών που τους αναλογεί! Τα έσοδα έχουν ήδη εκτροχιαστεί, το αδιέξοδο είναι γενικευμένο και ένα νέο ταπεινωτικό μνημόνιο είναι στα σκαριά. Είτε grexit, λοιπόν, είτε υποταγή; Οι «αντιμνημονιακοί» μας έφεραν στα ίδια και χειρότερα με τους μνημονιακούς;!

Και όμως, ένα μέρος από αυτούς, με επί κεφαλής τους «εθνικούς γέροντες», είναι έτοιμο να σαλπίσει και πάλι «επίθεση» σε έναν διαλυμένο στρατό. Και όμως κάτι τέτοιο δεν σημαίνει Κούγκι, ούτε Ζάλογγο, όπως φαντασιώνονται, διότι οι Σουλιώτες έφτασαν στο Κούγκι, και οι Σουλιώτισσες στο Ζάλογγο, πολιορκημένοι και αφού είχαν δοκιμάσει όλα τα άλλα μέσα. Αντίθετα, η παρούσα σύγκρουση θυμίζει –για όσους γνωρίζουν στοιχειωδώς την ιστορία μας– τη μάχη… του Πέτα, το 1822, όπου ο στρατηγός Μαυροκορδάτος, μαζί με τους φιλέλληνες, υπέστησαν μια συντριπτική ήττα, γιατί πολέμησαν σε μάχη εκ παρατάξεως με τις δυνάμεις του Κιουταχή, με αποτέλεσμα οι Σουλιώτες να αποχωρήσουν οριστικά από το Σούλι και να χαθεί η επανάσταση στην Ήπειρο!!

Είναι προφανές πως η μόνη τακτική που μας μένει είναι εκείνη του «ανταρτοπολέμου», δηλαδή να κρατήσουμε όσο μπορούμε απέναντι στους Γερμανούς, πετυχαίνοντας μικρές έστω και επί μέρους νίκες στη διαπραγμάτευση, μέχρις ότου γενικευτεί η αντίδραση εναντίον τους σε όλη την Ευρώπη. Και, δυστυχώς, δεν βρίσκεται στις επιλογές μας το Σχέδιο Β, της Ανταρσύας, του ΚΚΕ και του Κατσανέβα, διότι τότε θα βρεθούμε σε ένα σόλο με τους νεο-οθωμανούς, ενώ στο εσωτερικό της χώρας, εξαιτίας της εκπτώχευσής της, θα έλθουν στην εξουσία οι ολιγάρχες, παρέα με τους… χρυσαυγίτες, παλιούς ή νεόκοπους. Επιπλέον, μια τέτοια έξοδος θα καταστρέψει και την Κύπρο, δηλαδή τον ελληνισμό στο σύνολό του.

Έτσι, λοιπόν, ο Τσίπρας και οι σπεύδοντες της παρέας του έφθασαν να μη έχουν άλλη διέξοδο από την εφαρμογή των μνημονίων με τις λιγότερες δυνατές απώλειες, εναποθέτοντας τις ελπίδες τους στους Αμερικανούς, που θέλουν να διατηρήσουν την Ελλάδα στην ευρωζώνη για γεωπολιτικούς λόγους.

Το καλύτερο που έχουν να κάνουν λοιπόν, είναι, μεταβάλλοντας την ανάγκη σε φιλοτιμία, να μιλήσουν ειλικρινά στον ελληνικό λαό, να οδηγηθούν σε άμεση ρήξη με τις εθνομηδενιστικές αρλούμπες της ιδεολογίας τους, να προωθήσουν την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας και να καλέσουν όλους τους Έλληνες σε συστράτευση. Και προφανώς να κάνουν εντατικά … νυκτερινά μαθήματα για να μάθουν την ιστορία της χώρας, τη γεωπολιτική πραγματικότητα που τους περιβάλλει και όλα τα συναφή.

Η εθνομηδενιστική αντιμνημονιακή ρητορεία κάηκε ταυτόχρονα με την ανάληψη της εξουσίας! Σήμερα, αυθεντικά «αντιμνημονιακοί» και αντισυστημικοί μπορούν να είναι μόνο όσοι έχουν συνείδηση των διακυβευμάτων. Και αφού, εκβιάζοντάς μας, κατέλαβαν την εξουσία, ας δείξουν για μια τελευταία φορά την ίδια τακτική δεινότητα για να εγκαταλείψουν το παλιό τους δέρμα σε χρόνο dt και να κατανοήσουν ότι μόνο ένα πλάνο υπάρχει για την Ελλάδα, εκείνο μιας εθνοκεντρικής ανασυγκρότησης, ενός εκσυγχρονισμού της παράδοσής μας και ας γίνουν επι τέλους πατριώτες αντιμνημονιακοί. Στην Ξενοφώντος 4 –είναι και κοντά στο Σύνταγμα– παραδίδουμε αφιλοκερδώς σεμινάρια επί του θέματος.

Βέβαια, το τίμημα μπορεί να είναι βαρύ και να απολέσουν την εξουσία όπως τυχοδιωκτικά την κατέλαβαν, πρέπει όμως να αναλάβουν και αυτό το κόστος, για να μη τους καταριέται η ελληνική ιστορία και ο ελληνικός λαός, χειρότερα και από τον ΓΑΠ. Ακόμα και αν πρόκειται να χάσουν την εξουσία, θα πρέπει να προτιμήσουν αυτό από την καταστροφή της χώρας.


Αν, πάντως, δεν προσαρμοστούν στην πραγματικότητα, ας είναι βέβαιοι πως μια νέα πολιτική δύναμη που διαθέτει και όραμα και στρατηγική θα αναδυθεί από τις στάχτες του μεταπολιτευτικού συστήματος. Είτε το θέλουν είτε όχι. Μπορούν να συμβάλουν θετικά, μεταβαλλόμενοι οι ίδιοι σε συνιστώσα αυτής της νέας εθνικής προσπάθειας, αυτού του νέου εθνικού οράματος, ή να το επιταχύνουν αρνητικά, επισωρεύοντας νέα ερείπια στα ήδη υπαρκτά. Εμείς, σε αντίθεση με το δικό τους τυχοδιωκτισμό, δεν επιθυμούμε το δεύτερο, όπως έκαναν οι ίδιοι, επιδιώκοντας να «δικαιωθούμε» και πολιτικά, όπως κάνει το ΚΚΕ και διάφοροι τηλε-ευαγγελιστές της καταστροφής. Ιδεολογικά έχουμε ήδη δικαιωθεί –το λέει και ο Κανέλλης(!)– αλλά το ζήτημα είναι να σωθεί η χώρα. Αν μπορούν οι νεογιάπηδες που βρίσκονται στην εξουσία να κάνουν και αυτό τον ύστατο τακτικό ελιγμό, τότε, τόσο το καλύτερο και θα τους χειροκροτήσουμε. Γιατί η χώρα μπήκε ήδη στην εποχή της στρατηγικής και μάλιστα της βαριάς και εμείς έχουμε θέσει ως στόχο μας την ένωση στρατηγικής και τακτικής, ιδεολογίας και πολιτικής, με τον ένα ή άλλο τρόπο.