Κυριακή, 19 Απριλίου 2015

Ποντιακός Ανθρωπισμός και Εβραίοι

Μια Εβραιοπούλα κρυμμένη στην Αγκαλιά μιας Ποντιακής Οικογένειας στην Γερμανική κατοχή.
Η ομιλία της Στερίνα Ταμπώχ στην εκδήλωση με θέμα:
«Ποντιακός Ανθρωπισμός και Εβραίοι».
Πολιτιστικό Κέντρο Εκδηλώσεων Ένωσης Ποντίων Σουρμένων.
Είμαι η Στερίνα Ταμπώχ ή Μαρίκα Γρηγοριάδου.
Έχουν περάσει 60 χρόνια και ακόμη με φωνάζουν Μαρίκα κάποιοι γνωστοί μου.
Έχω 2 ονόματα.
Ένα εβραϊκό και ένα ποντιακό.
Γεννήθηκα στην Θεσσαλονίκη από την Στρέα και τον Ζαχαρία Πίντο, εβραϊκής καταγωγής.
Από ένα παιχνίδι της τύχης βρέθηκα στην Βέροια και γλίτωσα από τούς Γερμανούς, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και επέζησα τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Βρέθηκα στην οικογένεια της Σοφίας και του Γιάννη Γρηγοριάδη μικρό κοριτσάκι περίπου 10 χρονών.
Στην αγκαλιά τους κρύφτηκα, με έκαναν παιδί τους, με φρόντισαν, μέχρι και Χριστιανική ταυτότητα μου έβγαλαν για να μπορώ να κυκλοφορώ χωρίς φόβο.
Μου έδωσαν πολύ αγάπη και έγιναν οι γονείς μου στα δύσκολα χρόνια της Γερμανικής κατοχής.
Και όταν τελείωσε ο πόλεμος θέλησαν να βρουν τους πραγματικούς γονείς μου αλλά δυστυχώς δεν επέστρεψε κανείς από τα στρατόπεδα. 
Για ακόμη μια φορά άνοιξαν την αγκαλιά τους, 14 χρονών κοπελίτσα πια.
Δεν με άφησαν μόνη και ορφανή.
Όλα τα χρόνια δίπλα τους όχι μόνο με αγάπησαν αλλά σεβάστηκαν και την εβραϊκή μου ταυτότητα.
Αλλά και εγώ έμαθα να είμαι πόντια, να μιλάω την ποντιακή γλώσσα, να μαγειρεύω ποντιακά φαγητά, και να είμαι περήφανη για την ποντιακή οικογένεια μου.
Ο πατέρας μου, Γιάννης Γρηγοριάδης, ήταν πρόεδρος σε 3 η 4 χωριά.
Σε κάθε εκδήλωση που πήγαινε ο πατέρας μου με έπαιρνε μαζί του ως κόρη του.
Όλοι με γνώριζαν και με αγαπούσαν γιατί ο πατέρας μου ήταν πολύ υπερήφανος για μένα.
Δέθηκα τόσο πολύ με την ποντιακή μου οικογένεια που δεν ξεχώριζα ως ξένη.
Τα εγγόνια της μαμάς Σοφίας, η Ελένη και η Ρούλα, είχαν περίπου την ίδια ηλικία με μένα και μέχρι τώρα θυμάμαι τα παιχνίδια που παίζαμε.
Σχολείο είχα πάει μέχρι την τρίτη δημοτικού στην Θεσσαλονίκη.
Μετά στην Βέροια δεν πήγα λόγω της Γερμανικής κατοχής.
Κι όμως γράμματα έμαθα με τον Γιώργο Σιδηρόπουλο, ανιψιός της μαμάς Σοφίας.
Έμενε μαζί μας για να πηγαίνει στο Γυμνάσιο. Μαζί με τον Γιώργο πήγαινα και εγώ στο γυμνάσιο
αλλά από το σπίτι.
Κάναμε μαζί όλα τα μαθήματα του γυμνασίου.
Στο απολυτήριο κανονικά θα έπρεπε να είχε και τα δυο ονόματα. Το δικό μου και του Γιώργου.
Μεγαλώσαμε μαζί, η αγάπη που είχε ο ένας για τον άλλο μας έδεσε τόσο πολύ. Ήταν ο μεγάλος μου αδερφός.
Υπήρχαν στιγμές πολύ δύσκολες και πονούσα πολύ όταν θυμόμουν τους πραγματικούς γονείς μου.
Δίπλα μου έκλαιγε και μοιρολογούσε η μαμά Σοφία, μοιραζόταν τον πόνο μου και έκλαιγε η ψυχή της για μένα.
Με παρηγορούσε τόσο γλυκά.
Οι κουβέντες της ήταν βάλσαμο στην παιδική ψυχή μου.
“Μην κλαις, σ' αγαπάμε, θα είμαι πάντα κοντά σου, μη κλαις”.
Ο πόλεμος τέλειωσε.
Ήρθε η μέρα που με πήρε ο μπαμπάς Γιάννης και πήγαμε στην Θεσσαλονίκη, στην Ισραηλιτική Κοινότητα για να δηλώσουμε ότι είμαι καλά και ζωντανή.
Μήπως επιστρέψει κάποιος από την οικογένεια μου και με ψάξει. Πόσες ελπίδες είχα να ξαναβρώ την πραγματική μου οικογένεια. Δυστυχώς κανείς ποτέ δεν γύρισε.
Δώσαμε τα στοιχεία μου στην κοινότητα και γυρίσαμε πίσω στην Βέροια.
Στα επόμενα χρόνια η Ισραηλιτική Κοινότητα πολλές φορές μου πρότεινε να πάω στο Ισραήλ ή στην Αμερική.
Εγώ δεν ήθελα. Δεν ήθελα να φύγω και να αφήσω πίσω την οικογένεια μου.
Ήξερα, θα στεναχωρηθούν αν έφευγα και δεν το ήθελα.
Και έμεινα κοντά τους.
Τα χρόνια περνούσαν και ήρθε η στιγμή που θα έπρεπε να κάνω την δική μου οικογένεια.
Προξενιά ερχόντουσαν στον πατέρα μου.
Του έλεγαν γιατί δεν την βαφτίζεις χριστιανή και παντρευτεί ένα από τα δικά μας παιδιά.
Δεν ήθελε ο μπαμπάς μου.
Πιστεύω ότι κάπου μέσα του, έχοντας την γενοκτονία των ποντίων στις ρίζες του, δεν ήθελε να με κάνει να απαρνηθώ τις δικές μου εβραϊκές ρίζες.
Θα ήταν σαν να είχαν κερδίσει οι Γερμανοί.
Κάτι μέσα μου δεν με άφηνε και μένα.
Μετά από χρόνια κατάλαβα.
Ήταν οι γονείς μου που δεν με μεγάλωσαν και δεν με αγκάλιασαν, τα αδέρφια μου που δεν έπαιξα.
Οι θείοι μου, τα ξαδέρφια μου και όλοι οι Εβραίοι που χάθηκαν τόσο άδικα.
Και όμως ήρθε το προξενιό που περίμενα.
Ο Ισαάκ Ταμπώχ, Βεροιώτης, Εβραίος και χήρος με 2 μωρά παιδιά.
Η μοίρα παίζει πολλά παιγνίδια.
Ποιος ήξερε καλύτερα από μένα την ορφάνια.
Οι γονείς μου, Σοφία και Γιάννης, συμφώνησαν και με προίκισαν κιόλας.
Το όνειρο μου έγινε πραγματικότητα.
Πολύ γρήγορα απέκτησα οικογένεια.
Έναν καταπληκτικό σύζυγο και σύντροφο ζωής.
Οι δυο κόρες του έγιναν δικές μου και μαζί κάναμε τον γιο μας Σαμουήλ.
Μέχρι να παντρευτώ, η μαμά Σοφία όταν πήγαινε στην αγορά, επέστρεφε πάντοτε με πακέτα και όταν τι ρωτούσα τι είναι μου απαντούσε ότι είναι για την προίκα μου.
Οι θετοί γονείς μου πάντα φρόντιζαν να έχω δικό μου χαρτζιλίκι.
Θυμάμαι όταν γεννούσε η γουρούνα που είχαμε, ένα γουρουνάκι ήταν δικό μου και όταν το πουλούσαν, τα χρήματα που έπαιρναν ήταν δικά μου για να πάρω ότι ήθελα.
Έτσι και εγώ έπαιρνα διάφορα πράγματα για την γκαρνταρόμπα μου.
Προς το τέλος του καλοκαιριού του1954 ξεκίνησαν οι ετοιμασίες για τον γάμο μου που γινόταν στις 19 Σεπτεμβρίου.
Όταν μαθεύτηκε ότι ο μπαμπάς Γιάννης αρραβώνιασε την κόρη του, δηλαδή εμένα, τότε αυτός έκανε τραπέζι όλους τους φίλους και τους γνωστούς.
Η θρησκευτική τελετή του γάμου μου, σύμφωνα με τις εβραίικες παραδόσεις, έγινε στην Θεσσαλονίκη στο σπίτι του Ραβίνου. Τότε οι γάμοι γινόντουσαν στα σπίτια.
Την προηγουμένη του γάμου ξανά οι γονείς μου έκαναν μεγάλο γλέντι στην Βέροια.
Νύφη ντύθηκα στο σπίτι του ραβίνου όπου έγινε και η τελετή.
Ο μπαμπάς Γιάννης με παρέδωσε στον Ισαάκ Ταμπώχ.
Όλη η ποντιακή οικογένεια μου ήταν εκεί.
Εξήγησα στον σύζυγο μου, Ισαάκ, ότι οι θετοί γονείς μου με μεγάλωσαν όχι από υποχρέωση αλλά από αγάπη και ήμουν γι αυτούς το παιδί της καρδιάς και το στερνοπούλι τους.
Ο Ισαάκ έτρεφε ιδιαίτερη εκτίμηση για την Σοφία και τον Γιάννη και πάντοτε τους φερόταν με σεβασμό.
Βέβαια και η μαμά Σοφία ήταν πολύ υπερήφανη για τον Εβραίο γαμπρό της.
Συνέχισα να έχω στην ζωή μου, τους γονείς μου, Σοφία και Γιάννη.
Κάθε Κυριακή, εγώ και ο Ισαάκ παίρναμε τα κορίτσια μας και πηγαίναμε να δούμε τους γονείς μου.
Η Σοφία και ο Γιάννης αγάπησαν πάρα πολύ τις κόρες του Ισαάκ και έγιναν εγγονές τους.
Όταν έμεινα έγκυος στον γιο μου, είχα πολλές αδιαθεσίες και ήμουν στην μαμά μου για να με φροντίζει.
Όταν γέννησα και μετά, η μαμά μου ερχόταν σπίτι να με βοηθήσει με το μωρό. Μόνο εκείνη άφηνα να κάνει μπάνιο τον γιο μου.
Το 1958 μετακομίσαμε στην Θεσσαλονίκη για να είμαστε κοντά στον αδερφό του άντρα μου και να δουλεύουν μαζί.
Οι γονείς μου στεναχωρέθηκαν που θα ήμασταν μακριά.
Πηγαίναμε πολύ συχνά στην Βέροια για να τους βλέπουμε.
Τώρα η μαμά Σοφία, έγινε η γιαγιά Σοφία για τον γιο μου.
Στην Θεσσαλονίκη ζούσαν ο αδερφός μου Κώστας με την γυναίκα του Άννα και ο ανεψιός της μαμάς Σοφίας, ο Γιώργος με την γυναίκα του Καίτη.
Βρισκόμασταν πολύ συχνά και κάναμε παρέα.
Η αδερφή μου Ευθυμία με τον άντρα της Άγγελο μένανε στην Βέροια και τα κορίτσια τους, Ελένη και Ρούλα, μετανάστευσαν στον Καναδά.
Κάθε φορά που ερχόντουσαν στην Ελλάδα τα κορίτσια πάντα θα βρισκόμασταν και κάναμε τραπέζια με όλη την οικογένεια.
Οι περισσότεροι έχουν φύγει από την ζωή.
Είμαστε εν ζωή, εγώ η Μαρίκα η Στερίνα, η Καίτη η γυναίκα του Γιώργου και τα κορίτσια στον Καναδά.
Η συγγενική μου σχέση που δημιουργήθηκε στα δύσκολα χρόνια του Πολέμου συνεχίζεται μέχρι και σήμερα.
Ευχαριστώ τον Θεό που ενώ μου πήρε τους πραγματικούς γονείς μου, μου έδωσε την μαμά Σοφία και τον μπαμπά Γιάννη.
Μια ποντιακή οικογένεια που ήξερε τι είναι γενοκτονία ενός λαού, η οικογένεια της Μαρίκας Γρηγοριάδου.

Παρασκευή, 17 Απριλίου 2015

Μεταναστευτικό ή η κλινική σχιζοφρένεια της «Αριστεράς των Δικαιωμάτων»

Του Γιώργου Ρακκά
Με δηλώσεις του τύπου «οι πρόσφυγες λιάζονται στα πάρκα» και άλλες τέτοιες γελοιότητες που θυμίζουν αίσχιστου είδους λατινοαμερικάνικη δικτατορία, η «αριστερά των δικαιωμάτων» νομίζει πως μπορεί να διαχειριστεί το μεταναστευτικό ζήτημα της χώρας, την στιγμή μάλιστα που αυτό διολισθαίνει σε ανθρωπιστική κρίση.
Γι’ αυτό και η πραγματικότητα τους εκδικείται αποδεικνύοντας έμπρακτα ότι όλα αυτά τα κροκοδείλια δάκρυα που έχυναν και όλες αυτές οι υποκριτικές ανθρωπιστικές κορώνες που έβγαζαν γύρω από το μεταναστευτικό ζήτημα, ήταν για… ιδεολογική αυτο-επιβεβαίωση και ουδεμία σχέση δεν είχαν με το ίδιο το πρόβλημα.
Γι’ αυτό και τώρα, η «γραμμή» τους, μια ανθρωπιστική μετάλλαξη του νεοφιλελεύθερου Laissez faire, laissez passer αποδεικνύεται στην πράξη εφιαλτική τόσο για την ελληνική κοινωνία όσο και για τους ίδιους τους πρόσφυγες.
 Τι θα μπορούσε να γίνει, όμως, επί της ουσίας;
 Κατ’ αρχάς, το μεταναστευτικό ζήτημα εξελίσσεται στην χώρα μας εδώ και είκοσι χρόνια, και θα πρέπει να αξιοποιήσουμε θετικά τις εμπειρίες που παράγει.
Πρώτον, σε μεγάλο βαθμό, το ζήτημα κατέληξε σε αδιέξοδο επειδή ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας το χρησιμοποίησε ως όπλο στο πλαίσιο της παρατεταμένης εμφύλιας πολιτισμικής σύγκρουσης για το περιεχόμενο της ταυτότητάς μας.
Ανεξάρτητα από το τι ήθελαν οι ίδιοι, ή ίσως και ενάντια στην βούλησή τους, οι εθνομηδενιστές χρησιμοποίησαν τους μετανάστες στο πλαίσιο μιας ευρύτερης εκστρατείας αποδόμησης της ιστορικής ταυτότητας της χώρας. Μόνο οι αντίφα τόλμησαν να το γράψουν στους τοίχους, αλλά όλες οι συνιστώσες αυτής της πτέρυγας το εννοούσαν: «Έλληνες σκάστε!». Εξάλλου, όλοι οι πολιτικοποιημένοι μετανάστες, ανεξαρτήτως τοποθετήσεων, αντιλαμβάνονται πολύ καλά πως στο πλαίσιο αυτού του ψευδο-αντιρατσιστικού λόγου και πρακτικής οι ίδιοι πάντοτε ενέχουν θέση και ρόλο παθητικού αντικειμένου-αποδέκτη της μεγαλοθυμίας των «ευεργετών» τους.
Από την άλλη, οι ναζί και οι φασίστες εκμεταλλεύονται το ίδιο αδιέξοδο για να δυναμώσουν και να στρατολογήσουν κόσμο που ταλαιπωρείται στα δίχτυα του, προκειμένου να τον χρησιμοποιήσουν σε μια σχεδιαζόμενη νύχτα των μαχαιριών που θα εξαφανίσει όλους τους αντιπάλους. Ως προς αυτό, το πώς λειτούργησε η Χρυσή Αυγή στον Άγιο Παντελεήμονα είναι εξόχως ενδεικτικό. Έπαιξε με την απελπισία, και το τρομακτικό καθημερινό αδιέξοδο των κατοίκων, δυνάμωσε, και μετά χρησιμοποίησε την δύναμή της για να… πουλάει προστασία και να εγκαθιδρύσει μια “δυαδική εξουσία” στην περιοχή σε συνεργασία με τα κυκλώματα του τράφικινγκ.
Το αποτέλεσμα είναι ότι το αδιέξοδο εντείνεται, την ίδια στιγμή που η δημόσια συζήτηση εστιάζει πάνω σε αυτού με όρους εκατέρωθεν υστερίας –δημιουργείται δηλαδή μια εκρηκτική συνταγή που αν μη τι άλλο εγγυάται πως το ζήτημα δεν θα αντιμετωπιστεί ποτέ!
Δεύτερον, θα πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν υπάρχει μεταναστευτικό γενικά. Υπήρξαν δύο ρεύματα μετανάστευσης προς την ελληνική κοινωνία, και τώρα εξελίσσεται ένα τρίτο. Το πρώτο, με ανθρώπους προερχόμενους κύρια από τα Βαλκάνια, και την Ανατολική Ευρώπη λίγο ως πολύ ενσωματώθηκε στην ελληνική κοινωνία. Ή την εγκατέλειψε λόγω της κρίσης.
Ουσιαστικά το πρόβλημα προκύπτει από τα άλλα δύο κύματα μετανάστευσης προς την χώρα μας, τα οποία προέρχονται από την Μέση Ανατολή, την Κεντρική Ασία και την Αφρική. Το πρόβλημα έχει δύο διαστάσεις που διαπλέκονται στενά μαζί τους. Κατ’ αρχάς, η ελληνική κοινωνία δεν μπορεί να απορροφήσει κι άλλους μετανάστες –κι ύστερα υπάρχει και πολιτιστικό χάσμα που αποτρέπει την ενσωμάτωση αυτών των ανθρώπων στην κοινωνία μας. Ας έχουμε επίγνωση, ότι πλέον η Ελλάδα βάλλεται άμεσα από την πολιτική της Δύσης σε αυτές τις περιοχές, καθώς οι επεμβάσεις και η αποδόμηση κρατών δημιουργεί ταχύτατα μεταναστευτικά ρεύματα προς την χώρα μας. Ο πόλεμος στο Αφγανιστάν έγινε το 2001, και ήδη από το 2005 άρχισε να πυκνώνουν οι αφίξεις μεταναστών από την χώρα –για να μην μιλήσουμε για την ταχύτητα που δημιουργούνται μεταναστευτικά ρεύματα από την Συρία.
Αυτά τα στοιχεία, συνεπικουρούμενα από τον χαοτικό χαρακτήρα εξέλιξης αυτών των ρευμάτων και τον επίσης χαοτικό χαρακτήρα της κρατικής πολιτικής δημιούργησαν και δημιουργούν διαρκείς, καθημερινές μικροσυγκρούσεις, ένα τεράστιο αρνητικό δυναμικό το οποίο δυναμιτίζει την εθνική συνοχή, την κοινωνική συνοχή, την λειτουργία της δημοκρατίας –αλλά αποτελεί πρωταρχικό λόγο διολίσθησης των ξενοφοβικών συναισθημάτων σε ρατσισμό. Είναι το πολιτιστικό χάσμα και η ανεξέλεγκτη μετανάστευση που παράγει αυτά τα φαινόμενα, και όχι το αντίθετο όπως ισχυρίζεται η αριστερά των δικαιωμάτων.
Τρίτον. Ο πολυπολιτισμός έχει αποτύχει σε όλον τον κόσμο. Λειτουργούσε (και λειτουργεί, γονατιστός, με το μαχαίρι του Τζιχάντι Τζον στο λαρύγγι) μόνον ως «ιστορικός πολυπολιτισμός» στην Συρία και τον Λίβανο, και λειτούργησε στα «έθνη εποίκων» (ΗΠΑ-Αυστραλία) επειδή έγινε γενοκτονία των ιθαγενών, και μόνο όταν τα μεταναστευτικά ρεύματα σταμάτησαν και υπήρξαν κάποιες δεκαετίες όπου συντελέστηκε ο εξαμερικανισμός των προηγουμένων. Κατά τα άλλα ο πολυπολιτισμός κλονίζεται από την διπλή, ταυτόχρονη υπονόμευση που του ασκεί ο ισλαμικός ολοκληρωτισμός και ο δυτικός μηδενισμός.
Από αυτά τα συμπεράσματα προκύπτει μια «μεγάλη εικόνα». Στην Ελλάδα μεταναστευτικό και δημογραφικό οδηγούν μαθηματικά στην λιβανοποίηση της κοινωνίας. Αν τα πράγματα συνεχιστούν έτσι όπως τώρα κατά τις επόμενες δεκαετίες, η Ελλάδα του 2050 θα είναι μια κοινωνία πολιτισμικά και κοινωνικά κατακερματισμένη, όπου θα βασιλεύει ο φατριασμός και ο πόλεμος των πολιτισμών. Το να νομίζει κανείς ότι μπορεί να στηθεί δημοκρατία, κοινωνική προκοπή και δικαιοσύνη μέσα σε τέτοιο περιβάλλον, ισοδυναμεί με απόλυτη παράνοια.
Αντιστοίχως, από την μεγάλη εικόνα προκύπτουν και οι προσανατολισμοί στους οποίους μπορούμε να κινηθούμε ως κοινωνία:
Πρώτον. Προϋπόθεση για οποιαδήποτε μεταναστευτική πολιτική είναι η ανάσχεση των μεταναστευτικών ρευμάτων. Γιατί η επισώρευσή τους εγκαθιδρύει στην ελληνική κοινωνία εστίες απόλυτης προσωρινότητας και χάους που υπονομεύουν οποιαδήποτε μεταναστευτική πολιτική. Άρα, οι πρόσφυγες θα πρέπει να προωθηθούν προς την Ευρώπη, ή να μεριμνήσει ο ΟΗΕ για την δημοκρατική κατανομή τους, τα δουλεμπορικά κυκλώματα θα πρέπει να παταχθούν, η Τουρκία που τους δίνει σχεδόν… κρατική κάλυψη (το ομολογούν οι ίδιοι οι Τούρκοι ακαδημαϊκοί πλέον) θα πρέπει να καταγγελθεί και να της επιβληθούν κυρώσεις. Στο ίδιο μήκος κύματος, οι παράνομοι μετανάστες θα πρέπει να επαναπροωθούνται στο πλαίσιο μιας συλλογικής πολιτικής κρατών που θα συνδυάζει επαναπατρισμούς και συγκεκριμένη αναπτυξιακή βοήθεια (όχι μόνο χρήματα, αλλά δημιουργία δομών).
Δεύτερον. Θα πρέπει να υπάρξει ολόκληρη πολιτική ενσωμάτωσης των μεταναστών που επιθυμούν να ταυτίσουν την μοίρα τους με την μοίρα της ελληνικής κοινωνίας. Πρέπει να θεσπιστεί υποχρεωτική εκμάθηση ελληνικών, που να αποτελεί και όχημα για την ένταξη των μεταναστών στην αγορά εργασίας. Επίσης, πρέπει να υπάρξει ένα αδιαπραγμάτευτο μίνιμουμ πολιτιστικής ομοιογένειας –τα κοινά συμφωνηθέντα υπονοούμενα του Σεφέρη. Και η διαφορετικότητα να εκδηλώνεται από εκεί και πέρα. Αυτό καταφανώς, έρχεται σε αντίθεση με τις μαζικότερες, και πιο ισχυρές σήμερα τάσεις του ισλαμισμού –εντούτοις θα πρέπει να αποφασίσουμε ως κοινωνία αν θα επιτρέψουμε να γυρίσουμε πίσω στην Τουρκοκρατία, όταν ένα μέρος των κατοίκων του ελληνικού χώρου είχε μονολιθική θρησκευτική συνείδηση. Ούτως ή άλλως, η κοινωνική συνύπαρξη και ο πολιτιστικός συγκρητισμός σφυρηλατείται μέσα από την όσμωση όμορων ή συγγενών ταυτοτήτων, εξ ίσου «ανοιχτών».
Τρίτον. Η ένταξη στην ελληνική αγορά εργασίας θα πρέπει να γίνει υπό έλεγχο, για να μην φτιάξουμε/επεκτείνουμε άτυπες ‘ειδικές οικονομικές ζώνες’, που δημιουργούν ένα ευρύτερο κλίμα συμπίεσης των μισθών προς τα κάτω, και εκτεταμένης προλεταριοποίησης. Γενικά, το κράτος πρέπει να καθοδηγήσει την ένταξη των μεταναστών, και να μην την εγκαταλείψει στην αόρατη χείρα της αγοράς. Οι μετανάστες θα πρέπει να διαχυθούν εντός του ελληνικού πληθυσμού, και να αποτραπεί η δημιουργία γκέτο και χωροταξικών διαχωρισμών. Το πάθημα του Αγίου Παντελεήμονα θα πρέπει απ’ όλες τις απόψεις να γίνει μάθημα στο ελληνικό κράτος. Προς το παρόν, βέβαια, ο ΣΥΡΙΖΑ διαπράττει τα ίδια λάθη που διέπραξε ως πολιτική δύναμη του 5% σε εκείνη την γειτονιά σε…. κυβερνητικό-πανεθνικό επίπεδο!
Τέταρτον. Προϋπόθεση για την επιτυχία μιας συνετής, δημοκρατικής μεταναστευτικής πολιτικής είναι η δημογραφική ανασυγκρότηση της χώρας, και η αναστροφή της φυγής των νεώτερων γενεών από την χώρα. Ειδάλλως, κάθε συζήτηση δεν έχει απολύτως καμία βάση. Ακόμα και το συνταξιοδοτικό, στο οποίο αρέσκεται να αναφέρεται αυτή η «αριστερά των δικαιωμάτων», δεν μπορεί να ‘σωθεί’ από τους μετανάστες όταν το κύριο κομμάτι της κοινωνίας φθίνει δημογραφικά και γερνάει ταχύτατα. Εκτός αν τα μεταναστευτικά ρεύματα έχουν γεωμετρική κλιμάκωση και γίνει εκτεταμένη υποκατάσταση των Ελλήνων εργαζόμενων από αλλοδαπούς ώστε να πάψει η φθίνουσα δημογραφία των Ελλήνων να επηρεάζει το όλο σύστημα. Τότε όμως δεν θα μιλάμε για χώρα, αλλά για χώρο.
Τέλος, πρέπει να έχουμε επίγνωση ότι όσοι σπεκουλάρουν πάνω στο μεταναστευτικό εξαπολύοντας ιερεμιάδες για τον ρατσισμό που θεριεύει ή θα θεριέψει αναφέρονται σε μια μόνο πτυχή ενός μέλλοντος που θα προκύψει πολύ γρήγορα αν δεν υπάρξει συστηματική, συνολική πολιτική. Αυτό που διακυβεύεται είναι η εισαγωγή των εκτεταμένων πολιτισμικών συγκρούσεων που σοβούν στην Μέση Ανατολή, την Κεντρική Ασία και την Αφρική, στην μικρή ελληνική κοινωνία, γεγονός που θα την συνθλίψει από κάθε άποψη. Το γεγονός ότι η «αριστερά των δικαιωμάτων» δεν αντιλαμβάνεται αυτό το πράγμα σημαίνει πολύ απλά ότι διακατέχεται από σχιζοφρένεια, με την κλινική κυριολεξία του όρου. Πουθενά αλλού δεν μπορεί να αποδοθεί τέτοια διάσταση απόψεων, εκεί που μια ολόκληρη χώρα να βιώνει ανθρωπιστική κρίση, η αρμόδια υπουργός να βλέπει… πρόσφυγες που λιάζονται στις πλατείες.

Παρασκευή, 3 Απριλίου 2015

Νοείται Αριστερά του τίποτα;

Του Γιάννη Πανούση
Πρέπει να συνεννοηθούμε και ν' αφήσουμε στην μπάντα τα πιστοποιητικά αριστεροφροσύνης, τα οποία συνήθως εκδίδουν άνθρωποι «χωρίς πρόσωπο».
Αριστερά, και μάλιστα Κυβερνώσα Αριστερά, σημαίνει ισοελευθερία, δικαιώματα, κοινωνική πολιτική, δημόσιο έλεγχο, δικαιοσύνη. Οποιος θεωρεί ότι στο σύγχρονο διεθνές και ευρωπαϊκό πεδίο Αριστερή Διακυβέρνηση σημαίνει ανοχύρωτη χώρα και πόλη (δίχως προσωπική, κοινωνική, εθνική ασφάλεια, δίχως στρατό και δίχως αστυνόμευση, ίσως και χωρίς δικαστές ή φυλακές όποιος πιστεύει ότι τα διδάγματα της Ιστορίας μας είναι περιττά (αφού όλοι οι λαοί είναι «αδελφωμένοι» -sic) και ότι η Παιδεία μας επιτρέπει κάθε ανομική πράξη (sic), τότε όχι μόνο δεν έχει σχέση με την Αριστερά αλλά ούτε και με τη Δημοκρατία.
Αυτήν την Αριστερά του Τίποτα δε τη χρειάζονται ο τόπος και ο λαός. Η ώρα της Αριστεράς στην Ελλάδα δεν είναι η ώρα των ανέξοδων ιδεολογημάτων και των ανούσιων τσιτάτων αλλά η ώρα της εμπέδωσης θεσμών, πολιτικής νομιμοποίησης και κοινωνικής συναίνεσης.
ΥΓ1: Εχει επιστημονικό ενδιαφέρον το ότι μερικοί «καθαρόαιμοι» αριστεροί (ποιος τους έχρισε άραγε;) θεωρούν «φασιστικό» ό,τι δεν τους αρέσει και το υβρίζουν ως χυδαίο. Ιδού το ήθος των γνήσιων»...
ΥΓ2: Θα ήθελα να μάθω πώς νοούν οι «καθαρόαιμοι» την «αριστερή Αστυνομία». Να καίγονται οι αστυνόμοι από κουκουλοφόρους; Κι αν ναι, ποιοι εκπροσωπούν τη Δημοκρατία και την Κοινωνία και από ποιον ελέγχονται;

Καταλήψεις; Τι είναι αυτό;

Του Νίκου Τσούλια
Μέσα στο κλίμα αβεβαιότητας της σημερινής πολιτικής συγκυρίας και κυρίως της αγωνίας για εκταμίευση κάποιου χρηματικού ποσού από τους «θεσμούς» για μια στοιχειώδη ανάσα της οικονομίας μας εμφανίστηκε και το κύμα καταλήψεων από τους αντι-εξουσιαστές. Οι καταλήψεις έγιναν διαδοχικά ή συγχρονικά στη Νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, στη Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ., στα κεντρικά γραφεία του ΣΥΡΙΖΑ στην Κουμουνδούρου, στο Δημαρχείο της Νέας Σμύρνης, στη Νομαρχιακή Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ στην Αχαΐα, στο Δημαρχείο Ξάνθης κλπ και τελικά στο Προαύλιο της Βουλής!
Αλλά τι είναι οι καταλήψεις; Ιδού το θεωρητικό ερώτημα των ημερών. Η Νεολαία του ΣΥΡΙΖΑ – ως το πιο πρωτοπόρο τμήμα του οικείου κόμματος – κάτι θα ξέρει… Αν ο ιστορικός του μέλλοντος ασχοληθεί με τη φαινόμενο των καταλήψεων όλα αυτά τα χρόνια στο ερώτημα ποια είναι τα συλλογικά υποκείμενά τους, θα καταλήξει χωρίς ταλαντεύσεις. Είναι τα αγωνιστικά ρεύματα του ΣΥΡΙΖΑ στα Πανεπιστήμια και συνακόλουθα οι συνοδοιπόροι τους των αριστερίστικων παρατάξεων και των αντιεξουσιαστών. Τα άλλα ρεύματα της νεολαίας υστερούσαν έναντι αυτού του ριζοσπαστικού συνόλου. Η νεολαία του ΣΥΡΙΖΑ όλα τα προηγούμενα χρόνια δεν σκεπτόταν τίποτα άλλο παρά το πώς θα κάνει καταλήψεις στα πανεπιστήμια και στα σχολεία και τις περισσότερες φορές τα κατάφερνε. Αλλά η εν λόγω νεολαία δεν είναι απλώς η πρώτη διδάξασα, αλλά είχε θέσει τη βία των καταλήψεων ως εργαλείο ταξικής πάλης και κοινωνικής αντίστασης.
Και τώρα τι; Η νεολαία του ΣΥΡΙΖΑ βγήκε και πάλι μπροστά, για να πει τι πρέπει να γίνει. Όχι το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ κρατάει στάση αναμονής. Η εν λόγω νεολαία λοιπόν αποφαίνεται δίκην διακήρυξης: «Να μην επέμβει η αστυνομία. Εμείς είμαστε αντίθετοι στις καταλήψεις. Τη λύση να τη δώσει το φοιτητικό κίνημα». Φοβερή θέση και αντίληψη από αυτούς που άνοιξαν το δρόμο. Από πότε η νεολαία του ΣΥΡΙΖΑ λέει όχι στις καταλήψεις και γιατί άλλαξε τον πιο βασικό πυρήνα της δράσης της χρόνων και χρόνων; Άραγε υπάρχει χώρα στην Ευρώπη που γίνονται αυτά τα θαυμαστά πράγματα και η κυβέρνηση να είναι θεατής; Οι αντιεξουσιαστές βέβαια έχουν και σήμερα κάποια αιτήματα κοινά με πολιτικές προτάσεις της κυβέρνησης για την κατάργηση ενός τύπου φυλακών και για την απελευθέρωση των «πολιτικών κρατούμενων» – δηλαδή των τρομοκρατών – και από αυτή την άποψη πιέζουν την επιτάχυνση του νομοθετικού έργου.
Η κυβέρνηση της απελευθέρωσής μας από τη δουλεία των Μνημονίων ισχυρίζεται βέβαια, ως αυθεντικός εκφραστής του λαϊκού φρονήματος, ότι δεν χρειάζεται την αστυνομία. Μπορούμε να ισχυριστούμε λοιπόν ότι τα πράγματα βαίνουν καλώς. Τι και αν αλώνισαν το Πανεπιστήμιο της Αθήνας; Τι και αν έδιωξαν τους πανεπιστημιακούς με προπηλακισμούς και ύβρεις από το φυσικό τους χώρο; Τι και αν βεβήλωσαν τα αγάλματα των ποιητών; Τι και αν αποκεφάλισαν άλλα αγάλματα; Βλέπαμε την καταστροφή αρχαίων μνημείων στη τηλεόραση από τους τζιχαντιστές και νιώθαμε απέχθεια και οργή θεωρώντας ότι είναι κάτι μακρινό για το νομικό μας πολιτισμό – καταπώς θα έλεγε ο αριστερός υπουργός Γ. Πανούσης -, χωρίς να πηγαίνει ο νους μας ότι μπορεί να γίνεται και στο δικό μας σπίτι. Ευτυχώς που δεν πρόλαβαν να μπουν στη Βουλή – οι φύλακες έκλεισαν τις πόρτες – γιατί θα είχαμε μια φαντασιακή εικόνα. Γιατί όταν εισβάλλουν οι αντιεξουσιαστές στο σύμβολο της κατ’ αυτούς εξουσίας, δεν έχουμε ένα ιστορικό γεγονός;
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο είναι η δήλωση της γνωστής Προέδρου της Βουλής, η οποία αποφαίνεται ότι δεν συνέβη και τίποτα. Θαυμάστε τη βαθυστόχαστη προσέγγισή της για το γεγονός. «Σύμφωνα με όλα τα στοιχεία και τις καταγραφές, ουδέν ανησυχητικό ανέκυψε και η διαμαρτυρία εντάσσεται στο αντίστοιχο Συνταγματικό δικαίωμα των πολιτών. Οι πολίτες δεν επιχείρησαν να εισέλθουν στο εσωτερικό του Κοινοβουλίου, ούτε και θα είχαν τέτοια δυνατότητα, αφού ελήφθησαν προληπτικά από τη Φρουρά της Βουλής όλα τα αναγκαία μέτρα για την προστασία του κτιρίου και των ευρισκομένων εντός του. Οι πολίτες εξήλθαν οικειοθελώς του προαυλίου χώρου, αμέσως μετά τη διαμαρτυρία τους, υπό την επίβλεψη της Φρουράς της Βουλής».
Υπάρχει και ένα ακόμα ενδιαφέρον και πρωτότυπο στοιχείο. “Σειρά τέτοιων ενεργειών δίνουν επιχειρήματα σε όσους δεν θέλουν τον εξανθρωπισμό του σωφρονιστικού συστήματος”, σχολίασε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Γαβριήλ Σακελλαρίδης. Δηλαδή η κυβέρνηση τους καθησυχάζει, τους προτείνει να είναι φρόνιμοι, για να επιτύχουν τον κοινό στόχο τους!! Όταν έχουμε μια εθνοσωτήριο και λαοπρόβλητη κυβέρνηση του μίγματος ριζοσπαστικής αριστεράς και εθνικιστικής δεξιάς, δεν μπορούμε να περιμένουμε εικόνες και πολιτική θεώρηση συμβατικού τύπου σαν αυτές που γνωρίζαμε όλη την περίοδο της μεταπολίτευσης. Η συνέχεια σίγουρα θα έχει ενδιαφέρον, αφού τα χρόνια πολιτικά μας στερεότυπα θα υφίστανται διαρκώς ανατροπή. Όσο για τις καταλήψεις, τι πιο αριστερό και πιο προοδευτικό από το να τις παρακολουθείς, και ποιος ξέρει ίσως και να βοηθήσουν στην κοινωνική αλλαγή στην Ελλάδα και στην Ευρώπη…