Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2012

Η κρίση σκιάζει το μέλλον των νέων

Του Νίκου Τσούλια
Σε μια γενικευμένη κρίση σαν αυτή που περνάει η χώρα μας περισσεύουν οι συμπτωματολογίες, οι γενικολογίες, οι ρηχές ερμηνείες, οι λαϊκισμοί και πιο πολύ οι ανέξοδες ηθικολογίες. Περισσεύουν οι εύκολες «λύσεις», οι θυμοί και οι ακρότητες. Φυσικά υπάρχει αιτιολογία. Όταν κάποιος ακούει το χορό των εκατομμυρίων ευρώ που λεηλατήθηκαν – και που σαφώς είναι λίγα σε σχέση με αυτά που πράγματι έχουν συμβεί – και ταυτόχρονα δεν έχει τη δυνατότητα να στείλει το παιδί του φροντιστήριο αγγλικά ή δεν μπορεί να του δώσει εκατό ευρώ για να πάει εκδρομή για να μη νιώθει στο σχολείο άσχημα ή …, τότε δεν αφήνει περιθώρια στην ψύχραιμη ανάλυση και θα προσεταιριστεί αυτούς που θα του πουλήσουν εύκολη λύση και που θα τιμωρήσουν μόνοι τους με κάποια μορφή αυτοδικίας τους υπαίτιους. Φυσικά αν σκεφτεί λογικά και ψύχραιμα, θα καταλάβει ότι τα πράγματα είναι πιο σύνθετα και οι λύσεις ακόμα πιο δύσκολες.
Ωστόσο, μέσα στον ορυμαγδό της κρίσης και στο κλίμα πανικού και συλλογικής κατάθλιψης οφείλουμε να δίνουμε ορθολογικές ερμηνείες στα γεγονότα και κυρίως να προκρίνουμε βιώσιμες λύσεις, λύσεις με προοπτική. Και αυτό, εκτός των άλλων, σημαίνει εμβριθή ανάλυση των δρώμενων και ιεράρχηση στόχων. Γιατί αυτή την περίοδο όλοι διαμαρτυρόμαστε και όλοι προσπαθούμε να είμαστε στην ίδια όχθη του ποταμού απέναντι από τους άλλους, τους υπαίτιους. Αλλά δεν είναι έτσι. Όλοι είμαστε εργαζόμενοι, αλλά δεν είμαστε όλοι στην ίδια μοίρα. Μπορεί κάποιος να φωνάζει γιατί έχασε το εφάπαξ μεγέθους 200.000 ευρώ (!), να έχει μόνιμη εργασία χωρίς να έχει και τη …ρετσινιά του δημόσιου υπάλληλου, γιατί είναι στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (φοβερή επινόηση κι αυτή) και να έχει βγει στο κλαρί για την απώλεια του εφάπαξ. Πώς μπορεί να συνευρεθούν με αυτούς εκείνοι που αμείβονται πλέον με 500 ευρώ το μήνα χωρίς να ξέρουν καν αν την επόμενη ημέρα (κυριολεκτικά) θα έχουν την εργασία τους και που εργάζονται χωρίς ασφάλιση και χωρίς προοπτική σύνταξης; Και ναι μεν όλα αυτά θεωρούνται δευτερογενείς αντιθέσεις απέναντι στην κύρια αντίθεση εργαζομένων – κεφαλαίου, απέναντι στη βασική ταξική πάλη του κόσμου της εργασίας με το καπιταλιστικό σύστημα, αλλά από τη στιγμή που δεν υπάρχουν κάποιοι κανόνες στους κόλπους των εργαζομένων που θα ενιαιοποιούν και θα ενοποιούν στόχους και προοπτικές δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική ενότητα.
Ποιος μπορεί να ασχοληθεί λοιπόν συστηματικά με την ιεράρχηση των στόχων στα συνδικαλιστικά κινήματα, όταν ο καθένας βλέπει μόνο τον μικρόκοσμό του; Πώς μπορεί η μεσαία τάξη – που φωνάζει περισσότερο – να συμμεριστεί τη σκιά της απόλυτης φτώχειας των κατώτερων κοινωνικών τάξεων ή, πολύ περισσότερο, να ενστερνιστεί – εν τοις πράγμασι και όχι επί του διακηρυκτικού πεδίου – την απόλυτη απόγνωση των ανέργων;
Οι περισσότεροι πολίτες έχουμε γευθεί τη σκιά της ανεργίας, έχουμε βιώσει τη μαυρίλα που σκεπάζει τη ζωή μας, έχουμε γνωρίσει τις πολλαπλές επιπτώσεις της ακόμα και πάνω στην ψυχοσύνθεσή μας και στο χαρακτήρα μας. Αλλά είχαμε μια ελπίδα και μια βεβαιότητα, ότι κάποια στιγμή θα εγκαταλείψουμε μάλλον οριστικά τη σκοτεινή περιοχή και θα βγούμε σε ένα μεγάλο ξέφωτο. Σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Η Ελλάδα έχει μπει στη μέγγενη των τοκογλυφικών δανεισμών και αυτό της παγιδεύει το άμεσο τουλάχιστον μέλλον. Η κοινωνία βρίσκεται στη φάση μιας εκτεταμένης φτώχειας και αγγίζει το προστάδιο μιας γενικευμένης εξέγερσης.
Όλα αυτά αποκτούν πιο δραματικό χαρακτήρα στους νέους μας. Γιατί στους νέους δεν απειλείται μόνο ένα τμήμα του μισθού ή της σύνταξης. Απειλείται το μέλλον τους, η ίδια η ζωή τους. Απειλείται η δυνατότητά τους να φτιάξουν οικογένεια. Μπορούμε άραγε να αναλογιστούμε τι σημαίνει να μην σχεδιάζεις το μέλλον σου όταν είσαι νέος, τι σημαίνει να μην έχει φιλοδοξίες για να δημιουργήσεις το δικό σου μέλλον, τι σημαίνει να μην ονειρεύεσαι, να μην μπορείς να ονειρευτείς; Μπορούμε να κατανοήσουμε τι σημαίνει να ζεις με το «φιλοδώρημα» του πατέρα σου – που μπορεί και αυτός να μην το έχει ή και να είναι άνεργος -, τι σημαίνει να μην μπορείς να πιεις έναν καφέ με την κοπέλα σου ή με το φίλο σου;
Όταν απειλείται μια κοινωνία για μια μεγάλη περίοδο, τότε οι νέοι χάνουν τη ζωή τους, γατί δεν μπορούν να θεμελιώσουν την επαγγελματική τους βάση, γιατί δεν μπορούν να κάνουν το ξεκίνημα της ζωής. Οι νέοι μπορεί να έχουν την ερμηνεία ή και την αιτιολογία γι’ όλα αυτά, αλλά προφανώς δεν τους αρκεί. Νιώθουν ότι δεν αξίζουν, νιώθουν αδύναμοι στη πιο δημιουργική φάση της ηλικίας των. Στους νέους δε λεηλατείται μόνο η οικονομική τους βάση, λεηλατείται η ψυχή και το πνεύμα τους, λεηλατείται η ελπίδα τους, το όνειρο της ζωής τους.
Ωστόσο, η οριστική ήττα για τους νέους θα προκύψει μόνο όταν οι ίδιοι παραιτηθούν, όταν αποδεχτούν την έννοια της ματαιότητας των αγώνων που η άλλη πλευρά επιχειρεί να περάσει στις συνειδήσεις μας. Στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» (28.12.2011) σημειωνόταν ότι «στην Ισπανία υπάρχει μια γενιά με την ονομασία "Ούτε Ούτε", ούτε σπουδές ούτε δουλειά. Το γεγονός ότι νέοι με μεταπτυχιακές σπουδές καταλήγουν στην ανεργία δημιουργεί μια ματαιότητα».
Οι νέοι μας δεν μπορεί να έχουν κοσμοθεωρίες παραίτησης. Οφείλουν να αγωνιστούν, να αγωνιστούν εναντίον όλων όσων τους αφαιρούν τη δυνατότητα μιας αξιοπρεπούς ζωής, εναντίον των δυνάμεων του κεφαλαίου, εναντίον εκείνων των πολιτικών επιλογών που τους ρημάζουν την προοπτική τους. Οφείλουν να δώσουν το είναι τους στους κοινωνικούς αγώνες. Αλλά παράλληλα να κυνηγήσουν κάθε ευκαιρία δουλειάς ή και να δημιουργήσουν δυνατότητα απασχόλησης στο βαθμό που αυτό είναι εφικτό και ειδικότερα στην περιφέρεια της χώρας, όπου οι ευκαιρίες δεν έχουν χαθεί ολοκληρωτικά.
Φυσικά τίποτα απ’ αυτά δεν είναι εύκολο. Θεωρώ όμως – και αυτό αποτελεί μια εδραία βεβαιότητά μου – ότι η πίστη στον εαυτό μας, η κοινωνική μας συνειδητοποίηση και οι συλλογικοί μας αγώνες μπορούν να αλλάξουν την κρατούσα τάξη πραγμάτων. Άλλωστε, γνώση και αγώνας είναι η ζωή μας και, σε κάθε περίπτωση, ας έχουμε υπόψη μας την τόσο σοφή και συμβολική ρήση «τον δρόμο τον φτιάχνεις περπατώντας».

Δεν υπάρχουν σχόλια: