Τρίτη, 24 Δεκεμβρίου 2013

Χριστούγεννα της φτώχειας

Του Νίκου Τσούλια
Τα περίμενες πως και πως, αν και ήξερες ότι με το που θα σταμάταγε το σχολείο, θα ήσουνα όλη μέρα στις δουλειές, στα χωράφια και στα ζώα. Θα είχαν μείνει και ελιές αμάζευτες, γιατί ο καιρός τότε δεν βάσταγε καθόλου και οι μεγάλοι περίμεναν τις Γιορτές για να τις βγάλουν πέρα τα παιδιά. Χαμολόι οι περισσότερες ελιές, μία – μία μάζωμα μέσα στο ψιλόβροχο με το σακί καμωμένο κουκούλα στο κεφάλι σκέπαζε και την πλάτη και δόστου μάζωμα μέχρι να μη βλέπεις τη μύτη σου από το σκοτάδι. Ευτυχώς που οι ημέρες του χειμώνα είναι μικρές και πέρναγαν ήθελαν δεν ήθελαν…
Δεν πολυθέλαμε να σταματήσουν τα σχολεία. Γιατί τουλάχιστον είχες τα πρωινά στα βιβλία και στο διάβασμα, που όχι μόνο δεν σε κούραζαν όπως οι δουλειές αλλά και σου έδιναν τη δυνατότητα να σκέπτεσαι, να φαντάζεσαι, να μαθαίνεις. Και ήταν η μάθηση του σχολείου και των βιβλίων εκείνους τους καιρούς σημαντικό κομμάτι στη ζωή μας. Ό,τι μαθαίναμε από εκεί πήγαζε. Άσε που κάναμε και τους σπουδαίους στους γονείς μας που δεν είχαν βγάλει παρά μόνο το Δημοτικό και από μαθήματα του Γυμνασίου δεν ήξεραν απολύτως τίποτα.
Οι πολλές βροχές δεν μάς άφηναν να στεγνώσουμε καθόλου, μέχρι να αλλάξουμε με στεγνά ρούχα πάλι γινόμαστε μουσκίδι. Μα και το κρύο και η υγρασία ήταν από κοντά. Ξύλιαζαν τα χέρια μας, το πρόσωπό μας έτσουζε, ο αέρας ξύριζε. Και όταν αποκιώναμε τις δουλειές, να το τσάκωμα ποιος θα πρωτοπάει στις πάνω – πάνω θέσεις κοντά στο παραγώνι που ήταν και το πιο ζεστό μέρος. Γιατί ναι μεν στο τζάκι τριζοβολούσαν κούτσουρα και ξύλα όσα θέλαμε, αλλά τα σπίτια φτωχικά, καμωμένα με πλίθες χωμάτινες, με πόρτες αυτοσχέδιες φτιαγμένες από τους γονείς μας με καρφωμένες σανίδες η μία δίπλα στην άλλη έχασκαν μεταξύ τους και έμπαινε το κρύο από παντού, νόμιζες ότι και οι τοίχοι μουσκεμένοι από τα ανεμοβρόχια έμπαζαν κρύο, «από μπροστά πήρα και από πίσω κλαδευτήρα», έλεγαν και ξανάλεγαν παππούδες και γιαγιάδες, ίσως για να ξορκίσουν τη φτωχική μοίρα τους που δεν έλεγε να αλλάξει μέσα στις τρεις γενιές που ζούσαν…
Φτωχικά τα ρούχα και τα παπούτσια, συνήθως μπαλωμένα και τα μεν και τα δε, στα ρούχα θα πήγαινε όμως και «μπάλωμα στο μπάλωμα», θα είχαν και φθαρμένα τα μανίκια, αλλά την ημέρα αυτή όλο και κάποιο γιορτινό θα έκανε την εμφάνισή του, όχι αγορασμένο ούτε ιδέα για τέτοια εξέλιξη, κάποιο ρούχο αποφόρι σταλμένο από κανέναν συγγενή από την Αθήνα θα μάς έδινε τη λιγοστή και πολλή συνάμα για εκείνες τις εποχές της φτώχειας και της ολιγάρκειας χαρά.
Φτωχικά τα Χριστούγεννα, δεν ήταν και τα φώτα όπως γινότανε το Πάσχα και μάς ξεμυάλιζαν τα βεγγαλικά των νέων που έρχονταν από την Αθήνα. Με κανέναν φακό και κανένα φανάρι βγαίναμε παραπέρα από το σπίτι, όχι πως τα χρειαζόμαστε αφού ξέραμε κάθε γωνιά σαν την τσέπη μας, μόνο να μη μάς ξεγελάσει καμιά λακκούβα γεμάτη με νερό και βρεθούμε στην αγκαλιά της και άντε μετά να τα βγάλεις πέρα με τους μεγάλους. Μόνο οι κάτοικοι του χωριού μαζεύονταν στην εκκλησία και εκεί όχι και πολλά – πολλά. Το χριστουγεννιάτικο τραπέζι είχε τη μεγάλη γαλοπούλα που ήταν φυλαγμένη γι’ αυτό το σκοπό από το καλοκαίρι, μπόλικο το κρέας εκείνη την ημέρα, δεν χρειαζόταν και προσφάισμα, σούπα από δύο πιάτα, για να ζεσταθείς τουλάχιστον από μέσα, το τραπέζι στρωνόταν στο σοφρά δίπλα στο τζάκι, που παλικαριές για να είμαστε μακριά από τη φωτιά στο κανονικό τραπέζι, χριστόψωμο με τα ξεχωριστά σχέδιά του και με τα καρύδια του, κουραμπιέδες άφθονοι και πάντα λιγότερα μελομακάρονα που σκοτωνόμαστε ποιος θα τα πρωτοφάει. Εκείνη την ημέρα άλλαζαν και οι μεγάλοι, δεν μπορούσαν να φωνάξουν, να μαλώσουν ή να δείρουν, τα καταλάβαιναν ότι η ημέρα δεν επέτρεπε.
Το χριστουγεννιάτικο δέντρο πάντα ετοιμασμένο από το γειτονικό δάσος, κάναμε σχέδια επί σχεδίων το ποιο κυπαρίσσι είναι πιο φουντωτό και πιο λυγερόκορμο, λιγοστά τα στολίδια, μπαμπάκι στα κλωνάρια και χρωματιστά μπαλόνια στις άκρες τους με κανένα αυτοσχέδιο φτιαγμένο από χαρτί αστέρι στην κορυφή και μερικά κεράκια απομεινάρια από το Πάσχα κάτω χαμηλά να φωτίζουν, όλα τα άλλα τα φρόντιζε η φαντασία και η ονειροπόληση. Και όταν μια χρονιά σκεφτήκαμε να αφήσουμε κατά μέρος τα κυπαρίσσια και διαλέξαμε μια απλωτή και ολόγυμνη αγραπιδιά, την κάναμε σα νυφούλα από τα μπιχλιμπίδια που έφτιαχναν τα κορίτσια, κρέμαγαν και καμιά αυτοσχέδια κουκλίτσα και όλα ως δια μαγείας έγιναν σα να είμαστε σε παραμύθι. Και έτσι κάναμε και εμείς και κάποια ξεχωριστά Χριστούγεννα, για να τα θυμόμαστε. «Δώρα»; δεν πέρναγε ο Άγιος Βασίλης εκείνες τις εποχές της δεκαετίας του 1960 από το χωριό μας, νομίζαμε ότι υπάρχουν μόνο στα παραμύθια που ακούγαμε εκείνες τις βραδιές κοντά στο τζάκι, μέσα στην κάπνα και στις καύτρες, δίπλα από τα παιχνίδια που έκαναν ο φλύαρες γλώσσες της φωτιάς…
http://anthologio.wordpress.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια: