Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2012

Εποχή παρακμής

Του Νίκου Τσούλια
Ζούμε σε εποχή παρακμής, σε εποχή που απομειώνει την έννοια του ανθρωπισμού και το βασικό πυρήνα του πολιτισμού της ανθρωπότητας, σε εποχή που υπονομεύει τον πυρήνα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Και προφανώς αυτή η παρακμή δεν προκύπτει από τη σημερινή δεινή οικονομική θέση της χώρας μας και των περισσότερων χωρών του κόσμου. Αντίθετα, η οικονομική κρίση είναι απόρροια της γενικής παρακμής.
Η φτώχεια και η πείνα σφίγγουν τη θανατηφόρο θηλιά τους σε όλο και περισσότερους ανθρώπους σε όλη τη Γη αμφισβητώντας και αίροντας το πρωταρχικό δικαίωμα κάθε ανθρώπου, το δικαίωμα στη ζωή. Οι παραδοσιακοί πόλεμοι επεκτείνονται σε όλο και περισσότερες περιοχές του πλανήτη μας και ιδιαίτερα στις αναπτυσσόμενες χώρες, οξύνοντας διαρκώς την εχθρότητα μεταξύ εθνών και λαών ακόμα και πολιτισμών. Ο οικονομικός πόλεμος, το νεώτερο εργαλείο αιχμής του σύγχρονου αδηφάγου καπιταλισμού, γίνεται ο ρυθμιστής των οικονομιών και των πολιτικών όλο και περισσότερων κρατών.

Η παραδοσιακή πολιτική και το συνολικό στερέωμα των πολιτικών καθίστανται όλο και πιο αδύναμα στις επιταγές των ισχυρών οικονομικών συμφερόντων και το πεδίο δράσης τους συρρικνώνεται και αποκτά διαρκώς όλο και πιο συμβολικό περιεχόμενο. Το κράτος πρόνοιας και το κράτος δικαίου, οι μεγάλες μεταπολεμικές κατακτήσεις των ευρωπαϊκών κυρίως κρατών, αποδομούνται ως δήθεν αναγκαία λύση για την υπέρβαση της κρίσης. Η έννοια του δημοσίου και των δημόσιων αγαθών κατηγορείται για όλα τα δεινά, διαστρεβλώνοντας πλήρως τα πραγματικά αίτια της κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος. Η παραγωγική βάση των περισσότερων κρατών αποσυγκροτείται με τις προσταγές των κερδοσκοπικών κεφαλαίων του διεθνούς εμπορίου και των νέων λειτουργιών της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας.

Οι αγορές τείνουν να γίνουν το μοναδικό υποκείμενο γραφής της ιστορίας έχοντας ως πολιορκητικό κριό, για την άλωση των εισοδημάτων των εργαζομένων, το παρασιτικό χρηματιστηριακό κεφάλαιο και τους οίκους αξιολόγησης, οι οποίοι εμφανίζονται όχι μόνο ως οι μοναδικοί γκουρού της οικονομίας αλλά και ως σύγχρονο ιερατείο που αποφασίζει το τι δέον γενέσθαι σε κάθε κράτος. Ο ανταγωνισμός γίνεται μια εξ ορισμού υπέρτατη αξία, που γίνεται όλο και πιο κυρίαρχη. Αλλά τα πράγματα πάνε ακόμα πιο πέρα, αφού «ο παγκόσμιος ανταγωνισμός είναι ο πιο πρόσφατος μπαμπούλας που μάς κρατά αλυσοδεμένους με τον φόβο ότι θα μείνουμε πίσω» (Fevre R.W. 2000, The demoralization of western culture )[i].

Ο Α. Giddens κάνει μια απλή και γνωστή σε όλους διαπίστωση, «οι ανθρώπινες υπάρξεις ζουν στις κοινωνίες και δημιουργούν κουλτούρες» (Giddens A. 1997, The constitution of society )[ii]. Ποιες είναι όμως οι κουλτούρες μας (εθνικές, λαϊκές, συλλογικές, προσωπικές), όταν όλοι μας θηλάζουμε του νου μας και τη σκέψη μας καθημερινά στη χυδαιότητα στη βλακεία και στη χειραγώγηση της τηλεόρασης, μιας τηλεόρασης που αποδομεί κάθε παραδοσιακό πολιτισμό, κάθε αυθεντικό λαϊκό στοιχείο;

Οι διεκδικήσεις των εργαζομένων λογίζονται πάντα ως συντεχνιακή αντίληψη και πρακτική. Μειώνονται διαρκώς μισθοί και συντάξεις παντού με το πρόσχημα της μείωσης των ελλειμμάτων και της ανεργίας, ενώ τελικά και τα ελλείμματα και η ανεργία συναντούν πρωτόγνωρα μεγέθη και τελικά ενισχύονται. Οι ίδιοι οι εργαζόμενοι στρέφονται συχνά ο ένας εναντίον του άλλου, ακριβώς γιατί δεν μπορούν να ενοποιήσουν τους στόχους τους στην προοπτική μιας δημοκρατικής πολιτικής σύλληψης της σύγχρονης κοινωνίας. Και ο πολίτης αναπαράγοντας αυτή την αδυναμία μένει στην κριτική και μόνο απέναντι στα κοινωνικά κινήματα, έχοντας ο ίδιος επιλέξει “το κλουβί της δουλείας”, όπως πολύ σωστά το προσδιόριζε ο Μαξ Βέμπερ.

Αλλά υπάρχει και συνέχεια. Η παρακμή έχει και μεγάλο ορίζοντα αφού δεν υπάρχει συνολικό όραμα για έξοδο από την κρίση, δεν υπάρχει μια κρατούσα συλλογική σύλληψη μιας δίκαιης κοινωνίας. Οι γνωστές μεγάλες αφηγήσεις έχουν υποχωρήσει υπό το βάρος των δικών τους αδυναμιών αλλά και από την πολιτική και πολιτισμική επικυριαρχία των Η.Π.Α. Αγωνιζόμαστε και περιτριγυρίζουμε ο καθένας στο αλώνι του, χωρίς να μπορούμε να μετασχηματίσουμε το επιμέρους σε γενικό, το τοπικό σε διεθνές. Τα κοινωνικά κινήματα όσο δε συνδέονται με μια συνολικότερη γενική πρόταση εξαντλούνται σε δράσεις με περιορισμένο βεληνεκές.

Το αξιακό πεδίο των ουμανιστικών ιδεωδών έχει διαβρωθεί από τη μεγάλη σύγχρονη μυθολογία του καταναλωτισμού, αφού «ολοένα και περισσότερο, η καταναλωτική πρακτική εμφανίζεται ως κύρια πρακτική συμβολικής διαφοροποίησης του ατόμου σε σχέση με τους άλλους» (Τσουκαλάς Κ. 1991, Είδωλα πολιτισμού)[iii]. Αξίες και ιδεώδη που διαμόρφωσαν τις πιο φωτεινές περιόδους της ιστορίας της ανθρωπότητας, η αλληλεγγύη, η ειρήνη, η αλληλοκατανόηση, η συνεργασία ανθρώπων και λαών, ο σεβασμός στον άλλον, ο αλτρουισμός, θεωρούνται ή παλιές κατακτήσεις με τις οποίες δεν πρέπει πλέον να ασχολούμαστε ή παρωχημένες έννοιες σε έναν κόσμο που καλπάζει προς την τεχνολογική ευμάρεια ή θεωρητικά ιδεολογήματα για μακρινές στρατηγικές, για να θρέφουν ανέξοδα τις κομματικές επιλογές επί του πεδίου της εφαρμοσμένης πολιτικής.

Η αγωγή στην οικογένεια και στο σχολείο θεωρούνται περιττά στοιχεία, ενώ ταυτόχρονα επιδιδόμαστε σε ένα ανούσιο και στενά χρησιμοθηρικό κυνήγι των γνώσεων, χωρίς να έχουμε κάποιο βασικό στόχο, κάποιο ουσιώδες σχέδιο για τη ζωή μας. Αλλά, όπως πολύ ορθά επεσήμανε ο Ράσσελ, «η εκπαίδευση δεν θα πρέπει να στοχεύει σε μια παθητική επίγνωση νεκρών γεγονότων, αλλά σε μία δραστηριότητα που κατευθύνεται προς τον κόσμο που προσπαθούμε να δημιουργήσουμε» (Chomsky N. 2003, Problems of knowledge and freedom) [iv].

Πώς μπορεί όμως να γίνει αυτό όταν δεν τίθεται ούτε καν θεωρητικά το ζήτημα: τι κόσμο θέλουμε να δημιουργήσουμε; Και το πιο σημαντικό, η ρηχότητα του πολιτισμού μας και η κενότητα του πνεύματός μας είναι τέτοιες που ούτε καν αναρωτιόμαστε για τη σημερινή παρακμή ούτε καν αναζητούμε τη σύλληψη ενός κόσμου δίκαιου. Απλώς καταναλώνουμε την ίδια τη ζωή μας στους ρυθμούς της καθημερινότητας, χωρίς να αγωνιούμε για να νοηματοδοτήσουμε τη ζωή μας ή να τής προσδώσουμε έστω μια έννοια αποστολής, πέραν εκείνης της απλής ύπαρξής μας.

[i] Fevre, R.W. (2000), The demoralization of western culture, London, N.Y.: Continuum, p. 205
[ii] Giddens, A. (1997), The constitution of society, Oxford: Blackwell Publishers, p. 264
[iii] Τσουκαλάς, Κ. (1991), Είδωλα πολιτισμού, Αθήνα: Θεμέλιο, σ. 547
[iv] Chomsky, N. (2003), Problems of knowledge and freedom, New York: The New Press, p. 54

Δεν υπάρχουν σχόλια: