Δευτέρα, 14 Φεβρουαρίου 2011

Έρωτας στα χρόνια της Χολέρας

Του Δημητρίου Μουζάκη

Δεν ξέρω πώς ακριβώς μπορεί να χαρακτηρισθεί εκείνη η παιδική μου φοβία˙ μαστιζόμουν από την ιδέα πως ολάκερος ο κόσμος είναι ένα ίδρυμα, το οποίο μελετά τις αποκρίσεις μου κατά το βομβαρδισμό μου με αναληθείς πληροφορίες. Μου έλεγαν, για παράδειγμα, στο σχολείο ότι η εκκλησία στήριξε την ελληνική επανάσταση κι εγώ είκαζα ότι την αφόρισε. Μου έλεγαν ότι ο Χριστός ανέστησε το Λάζαρο κι εγώ υποπτευόμουν το Θεό για επικοινωνιακές τακτικές, για καλοστημένες θεατρικές παραστάσεις. Ακόμη και το πείραμα του Chadwick για τον προσδιορισμό υποατομικών (εάν ενθυμούμαι καλώς) σωματιδίων δε με έπειθε ιδιαίτερα, καίτοι πειστικότατα περιγραφέν. Δύσκολο να επαναλάβω τέτοιο πείραμα μόνος μου, μονολογούσα εσωτερικά, ίσως όλα αυτά να είναι παραμύθια. Εγώ ούτε Θεούς ούτε νετρόνια ούτε δεοξυριβονουκλεϊκά οξέα είχα δει.
Παράξενη αίσθηση κι επίκαιρη. Χρηματοπιστωτική κρίση, οίκοι αξιολόγησης, εκδίκηση του δολλαρίου, συμφέροντα των ισχυρών της Ευρώπης, απαιτήσεις δανειστών, κράτη διαφόρων ταχυτήτων, έλλειψη ρευστότητας, οικονομικοί δολοφόνοι, αδηφάγες τράπεζες με επαναφέρουν στον παιδικό μου εκείνο ιδεασμό. Υπάρχει, όμως, μια διαφορά: το ίδρυμα μου φαίνεται απείρως μικρότερο, απειροελάχιστο, ισχνό. Μου φαίνεται ότι μια χούφτα -στην κυριολεξία- ανθρώπων αποφάσισαν μέσα σε ολίγιστα δωμάτια να καταξεσκίσουν τις σάρκες λαοθαλασσών και πως οι όποιες διακυμάνσεις της κατάστασης οφείλονται στις μικροδιαφωνίες αναμεταξύ τους. Ως μαθητής του δημοτικού δυσφορώ, ασφυκτιώ, βράζω, αλλά δεν μπορώ ν’ αμφισβητήσω την πραγματικότητα. Και η πραγματικότητα είναι τα χρόνια της χολέρας. Σ’ ένα δημοψήφισμα, για να παραφράσω τον Ι.Μ. Παναγιωτόπουλο , θα ’ταν ακατανόητο να προταθεί το ναι ή το όχι για την ύπαρξη της οικονομικής κρίσης, μιας και η οικονομική κρίση είναι η πραγματικότητα. Δόξα και τιμή, λοιπόν, σ’ όποια εξέλιξη, ατμόσφαιρα, σύνθημα, κλίμα, προπαγάνδα φόρεσε τα άρβυλα της πραγματικότητας, παραδίδοντας και τους υποψήφιους ακόμη αρνητές στα χέρια της ψυχιατρικής.

Διανύοντας τα χρόνια της χολέρας, δεν παύω να είμαι σε μια ηλικία που ο έρωτας είναι πιο επίκαιρος από ποτέ για μένα και τους συνομηλίκους μου, αφού πλέον δεν κινείται μόνο γύρω από την έξαρση, την ταχυπαλμία, τον πόθο και τις μνημειώδεις εκκρίσεις σεροτονίνης, αλλά και γύρω από το ζήτημα της εύρεσης παντοτινού συντρόφου. Παρατηρώ, λοιπόν, με δέος την κόπωση υπό την οποία γίνεται το πλησίασμα, τον πανικό που προκαλεί ο φόβος της μοναξιάς και το άγχος της τεκνοποίησης, την αναγόρευση της νεκροφανούς συνήθειας σε σπουδαία επιτυχία, την παραίτηση από το ηχόχρωμα του πρώτου εφηβικού σκιρτήματος και θυμάμαι μιαν άλλη πρόταση του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου: «Ο αισθησιασμός είναι ο πατροπαράδοτος αντίπαλος του συναισθηματισμού. Όσο ευκολότερα ικανοποιούνται οι αισθήσεις, τόσο δυσκολότερα ικανοποιούνται τα συναισθήματα» .
Παντελώς λανθασμένη εκτίμηση ή αποτυχημένη διατύπωση; Ο αισθησιασμός (ως δυναμικό ικανοποίησης αλλά και ως ικανοποίηση των αισθήσεων) είναι η βάση, η ψυχή, ο πυρήνας ενός κοσμογονικού έρωτα, ο οποίος ξεκινά ως ακαταμάχητη έλξη, συνεχίζει προς εκρηκτική συνεύρεση και συνεχίζεται επί μήνες ή και έτη ως αγνός, πάμφωτος, σωματικός και δοξασμένος έρωτας, έρωτας, έρωτας, ο οποίος τελικώς θεμελιώνει, αν ευτυχήσει προς μια τέτοια καρποφορία, το μείζον συναίσθημα: την αγάπη.
Πώς και από ποιους αποφασίστηκε το μονοπώλιο του σημαινομένου του αισθησιασμού από πολλούς, πολλαπλούς, άπειρους ερωτικούς συντρόφους, μικρά στήθη, μεγάλα στήθη, οργιώδεις απολαύσεις, τεράστια πέη και ποικιλόσχημα πισινά; Αποδέχομαι το μερίδιο που διεκδικεί στο σημαινόμενο του αισθησιασμού ο έρωτας του ταχυφαγείου, ο βουλιμικός της ποικιλίας, ο της ακόρεστης εναλλαγής και της ελάχιστης επένδυσης, αλλά σίγουρα όχι το μονοπώλιο. Στον ελάχιστο μηρό που αποκαλύπτει μια μακριά, αεράτη φούστα στο εφηβικό μάτι κρύβεται η πραγματικά εκκωφαντική θύρα του αισθησιασμού με τα μάνταλα της αθωότητας.
Το ξεχάσαμε αυτό. Γίναμε προοδευτικοί, ενεργοποιήσαμε τις αισθήσεις σε μια ποιοτικώς υποβαθμισμένη τέρψη τους, εξοικειώσαμε τους υποδοχείς μας, ξεμανταλώσαμε την πόρτα και ατιμάσαμε την επιθυμία. Είμαστε οι σπαταλημένοι του περιστασιακού. Το μπόλιασμα του αισθησιασμού της εκρηκτικής πρώτης επαφής με το συναισθηματισμό της βαθιάς οικειότητας (κι αντίστροφα: το μπόλιασμα του αισθησιασμού της βαθιάς οικειότητας με το συναισθηματισμό της πρώτης εκρηκτικής επαφής) δεν το δοκιμάσαμε. Συρθήκαμε από εδώ και από εκεί στο τίποτα, γίναμε δυσλεξικοί του στοιχειώδους μετατρέποντας το πιο σημαντικό κεφάλαιο της ευτυχίας μας σε απόφαση λογιστικής ρουτίνας.
Μη με παρεξηγείτε. Παλιομοδίτης πάντα και παλαιοσυντηρητικός, δικαιολογούμαι να αναθεματίζω. Ο κόσμος, εξάλλου, είναι για μένα ένα ίδρυμα στο οποίο τα χρόνια της χολέρας του έρωτα ουδόλως σχετίζονται με την οικονομική κρίση- είναι απλώς και αυτά κομμάτια μιας πραγματικότητας που, όπως και στα της οικονομικής κρίσης, δυσκολεύομαι ν’ αποδεχθώ.

Υποσημείωση:
1 «Είναι ματαιοπονία να προσπαθήσει κανείς ν’ απαρνηθεί τις πραγματικότητες. Και όχι μόνο γιατί είναι οι πραγματικότητες, αλλά και γιατί είναι, κατά γενικό σχήμα, αποδεκτές. Σ’ ένα δημοψήφισμα θα είταν αληθινά ακατανόητο να προταθεί το ναι ή το όχι για το αυτοκίνητο, το αεροπλάνο, το ραντάρ, το ραδιόφωνο». Στο: Παναγιωτόπουλου, Ι.Μ., 1992: 46. Ο Σύγχρονος Άνθρωπος, Οι Εκδόσεις των Φίλων
ο.π., : 84

Δεν υπάρχουν σχόλια: